29o Πανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων

Το 29° Πανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων, θα λάβει χώρα στις 27, 28, 29 Ιουνίου 2013 στην Κατερίνη και 30 Ιουνίου στην Καρίτσα Πιερίας..

Το Κουτσοβλάχικο επί Κατοχής και η αντιμετώπιση του

ΤΟ ΝΕΦΕΛΩΔΕΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΚΑΙ Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ...

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ TOY ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ

Ο Νικοτσάρας (Νίκος Τσάρας) ήταν βλαχικης καταγωγής , γιος του Πάνου Τσάρα, ο οποίος ήταν αρματολός στον Όλυμπο...

Mαθήματα της Κουτσοβλάχικης Γλώσσας.

Έξι μαθήματα εκμάθησης της Κουτσοβλάχικης Γλώσσας. Σημειώσεις μαθημάτων τα οποία πραγματοποιήθηκαν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο...

Ο Γ. Σίνας και η κατασκευή της Γέφυρας με τις Αλυσίδες.

Μία ιστορική ανασκόπηση...

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Το Μοναστήρι (Μπίτολα)

MONASΗ περιέργεια να δεις πίσω από την κουρτίνα. Ιδίως όταν η κουρτίνα αφήνει χάσματα από όπου περνούν μνήμες, ακούσματα, ονόματα οικεία, δικά σου. Και ακόμη περισσότερο όταν το δίχτυ της ζωής σε δένει με την άλλη πλευρά. Να δεις, να ακούσεις, να σκεφθείς έξω από τα στερεότυπα της μαζικής εκδρομής - επιδρομής. Μοναχική πορεία σε τόπους έρημους και πολυσύχναστους για να ακούσεις το ψιθύρισμα του Ελληνικού· και να γευθείς το κοινό του τόπου και των ανθρώπων που βρίσκεται χωμένο άλλοτε βαθιά και άλλοτε μόλις κάτω από την επιφάνεια. Βόλτα στις γειτονιές από την άλλη πλευρά των συνόρων μας. Στο κομμάτι της γης που άλλοι το λένε Νοτιοανατολική Ευρώπη και άλλοι Βαλκάνια.
Από την Οχρίδα στο Μοναστήρι, 70 χλμ., ο άνετος δρόμος ακολουθεί πιστά την Εγνατία οδό. Εμείς όμως κάναμε κύκλο για να περάσουμε το βουνό Γκαλίσιτσα και να συναντήσουμε τον διεθνή δρόμο στο Ρέζεν. Προχωρήσαμε λοιπόν νότια στις όχθες της λίμνης ως το χωριό Τραπέϊτσε (Τραπεζίτσα). Ανεβήκαμε τη στενή άσφαλτο μέσα από τις οξυές και τις βαλανιδιές στις απότομες πλαγιές του βουνού. Στο πέρασμα Λιβάδι, σε υψόμετρο 1.500 μ., η θέα της λίμνης της Οχρίδας είναι εντυπωσιακή. Αριστερά μας, δίπλα στον Αγιο Ναούμ, ασπρίζει το Πόγραδετς, πίσω του απλώνεται το οροπέδιο της Κορυτσάς. Απέναντί μας, προς τη Δύση, το φράγμα των έρημων βουνών της Αλβανίας που ανάμεσά τους περνάει ο δρόμος για το Ελμπασάν, τα Τίρανα και το Δυρράχιο. Στην άκρη δεξιά προς τον Βορρά μόλις που διακρίνεται η πόλη της Οχρίδας.
Το πέρασμα Λιβάδι ανοίγει ανατολικά προς τη Μεγάλη Πρέσπα ­ η αρχαία Βρυγηίς. Απέναντι το Περιστέρι, δεξιά στα νοτιοανατολικά η παραλία στον λαιμό της Πρέσπας και πίσω της να αχνοφαίνεται η Μικρή Πρέσπα με τον Αγιο Αχίλλειο και το χιονισμένο Τρικλάριο στο βάθος. Δεξιότερα, ο μικρός και καλογραμμένος όρμος των Ψαράδων. Η γεωγραφική ενότητα ξεπερνά την πολιτική διάσπαση του χώρου. Κατηφορίζοντας προς τη λίμνη οι όχθες γεμάτες καλαμιές. Η Πρέσπα δεν έχει την αξιοποίηση της Οχρίδας. Αραιά και πού, χωριά στις όχθες της. Προς τον Βορρά η λίμνη γίνεται σχεδόν βαλτότοπος όπου καταλήγει η μικρή τριγωνική πεδιάδα του Ρέζεν με καλαμπόκια και καπνά. Περιγράφουμε κυκλικά τη λίμνη. Στο χωριό Σλίβνιτσα ψάχνουμε για το μοναστήρι με τις τοιχογραφίες τού 1607.
Ο δρόμος μετά το χωριό γίνεται παχιά λάσπη και το αυτοκίνητο κολλάει. Επιστρέφουμε. Δέκα χλμ. νοτιότερα, τα ελληνικά σύνορα στον Αγιο Γερμανό. Λίγο πριν από το Ποντμοτσάνι πάμε δεξιά για την έκπληξη που λέγεται Κουρμπίνοβο. Στην άκρη του χωριού σε μια ομαλή πλαγιά με κερασιές ο απλός μονόχωρος ναός του Αγίου Γεωργίου, κτισμένος το 1191, με τις εκπληκτικές και τολμηρές τοιχογραφίες. Μορφές ψηλόλιγνες που καλύπτουν τεράστιες επιφάνειες. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με δυνατές γραμμές και φορέματα να ανεμίζουν σε γωνιώδεις κυματισμούς.
Οι ειδικοί εντάσσουν την αισθητική του Κουρμπίνοβο σε μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στον Αγιο Παντελεήμονα του Νέρεζι και στους Αγιους Αναργύρους της Καστοριάς. Χρώματα γαλάζια και λευκά, συνθέσεις στις οποίες υπερτονίζονται τα άτομα εις βάρος του συνόλου. Ο σοβαρός Αγιος Εύπλοος και ο παιχνιδιάρης με μπλε σκούφο Αγιος Ευφρόσυνος. Στη δυτική πλευρά, όπου και η είσοδος, μισοκατεστραμμένη απεικόνιση αυτοκρατορικού ζεύγους με τη συνοδεία του... (ο Ισαάκ Αγγελος;). Μια γυμνασιακή τάξη από την Μπίτολα βαριούνταν ακούγοντας τον συμμαθητή τους να τους περιγράφει την εκκλησία. Ο νεαρόκοσμος ­ περίεργα κουρέματα, Τ-σερτ, μπουστάκια ­ συμπεριφέρονταν, ανά ζεύγη, με τον ελευθεριάζοντα και αξιαγάπητο τρόπο εκείνων που τους απασχολεί το παρόν, ίσως και το αμεσότατο μέλλον, αλλά σίγουρα όχι το παρελθόν.
Λίγο προτού βγούμε στον αυτοκινητόδρομο, το μικρό χωριό Εζεράνι που το μνημονεύει ο Αρχιεπίσκοπος Οχρίδος Δ. Χωματιανός τον 13ο αιώνα: «τη κατά την Εζερίαν δε σεμνή Μονή της Θεοτόκου...». Κανένα ίχνος. Μπαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο πάμε αριστερά για τη Ρέσνα.
Το Ρέζεν (Ρέσνα) είναι μια κωμόπολη 37 χλμ. από την Οχρίδα, στην άκρη του κάμπου που καταλήγει στη βόρεια όχθη της Μεγάλης Πρέσπας. Η μικρή ελληνοβλαχική και πατριαρχική κοινότητα του Ρέζεν των αρχών του αιώνα αφομοιώθηκε γρήγορα από την ισχυρή και πολυπληθέστερη βουλγαρόφωνη ύπαιθρο. Αχαρη πόλη με εκτεταμένες τσιγγανογειτονιές που γίνεται ακόμη πιο άχρωμη από τη βαριά ζέστη του μεσημεριού. Στην έρημη πλατεία ο γάμος στο δημαρχείο. Κόκινες τουαλέτες από αστραφτερά υφάσματα. Το ζευγάρι φεύγει με ένα «Ζάσταβα» και οι συγγενείς κορνάρουν ευτυχισμένοι. Παρ' όλη τη ζέστη η ιδέα για έναν πατσά στο φαστ φουντ της πλατείας αποδεικνύεται ευχάριστη έκπληξη. Περπατώντας στην πόλη βρίσκεις πού και πού συστάδες σπιτιών με τα χρώματα της ώχρας και το βαλκανικό μπαρόκ. Στην εκκλησία δίπλα στην είσοδο ένα «επιχρυσωμένο» ρωμαϊκό επιτύμβιο. Ψηλά στον τρούλο ένα ένθετο ανάγλυφο με έναν φεσοφόρο μάστορα και τη χρονολογία που δεν καλοδιακρίνεται.
Ακολουθώντας την Εγνατία οδό συνεχίζουμε στον πολύ καλό και σχετικά φαρδύ δρόμο προς τα ανατολικά και περνάμε τη διάβαση Ντζιαβάτ που ανοίγει σιγά σιγά προς την πεδιάδα της Πελαγονίας. Δεξιά μας το Πελιστέρ (Περιστέρι) και αριστερά το Ντεμίρ χισάρ. Κατηφορίζοντας στις πλαγιές του Περιστεριού, μια σειρά από «πάλαι ποτέ» ελληνοβλαχικά χωριά. Ο κάμπος της Πελαγονίας περικλείεται στον Βορρά από τις νότιες υπώρειες των βουνών της Γιακουπίτσα που από την άλλη πλευρά τους φθάνουν στον κάμπο των Σκοπίων, ανατολικά από το Ντεμίρ χισάρ και το Πελιστέρ, στα δυτικά από τη Σελέσκα, ενώ στα νότια ο κάμπος αυτός εκτείνεται και μέσα στο ελληνικό έδαφος και σταματά στο Βίτσι και στο Καϊμακτσαλάν.
Η πεδιάδα διασχίζεται από τον ποταμό Τσέρνα (Μαυροπόταμος, ο αρχαίος Εριγών) που πηγάζει από το Ντεμίρ χισάρ και το Πελιστερ και χύνεται στον Βαρδάρη (Αξιός) 20 χλμ. κάτω από το Τίτο Βέλες, στην περιοχή των αρχαίων Στόβων.
Κατηφορίζουμε ως την είσοδο της πόλης και από εκεί στρίβουμε δεξιά στις πλαγιές του Pelister. Μια σειρά καταπράσινα χωριά: το Μπρούσνικ, το Τύρνοβο, ψηλά στο βουνό η Νιζόπολη. Χωριά Ελληνοβλάχων που αποτελούσαν την πατριαρχική νησίδα στη θάλασσα της βουλγαρόφωνης εξαρχικής υπαίθρου στις αρχές του αιώνα. Στο Τύρνοβο γυναίκες καθαρίζουν τους τάφους στο νεκροταφείο δίπλα στη μεγάλη εκκλησία. Γλυκό απόγευμα στην καταπράσινη απλωσιά της εκκλησίας.
Καλησπερίζω τον γέροντα που κάθεται ακουμπισμένος στο μπαστούνι του. «Ονομάζομαι Γεώργιος Κονδύλης», μου απαντά, «διετέλεσα αντιβασιλεύς αλλά παρητήθην και τώρα ευρίσκομαι εδώ ησυχάζων». Δεν είναι εύκολη η επικοινωνία για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Οι γυναίκες μουρμουρίζουν «Grski, grski...». Υπολείμματα αναστατώσεων, ταραγμένα μυαλά και χρόνια. Στο Μεγάροβο τα νερά τρέχουν ζωηρά στα δρομάκια του χωριού. Η γιαγιά μάς μιλάει βλάχικα και μας δείχνει τον δρόμο για την εκκλησία στην άκρη του χωριού, σε ένα καταπράσινο βαθούλωμα όπου τρέχουν νερά άφθονα. Ο Αγιος Δημήτριος, ογκώδης σε ένα πλάτωμα με πλατάνια, είναι κλειστός. Ενας γέροντας φέρνει τα κλειδιά. Ασπρισμένοι τοίχοι, στο εσωτερικό καινούργιες εικόνες της αγοράς. Σε έναν τοίχο ακουμπισμένα παλιά εξαπτέρυγα. Σε ένα από αυτά μικρή επιγραφή χαραγμένη: «Μνίσθιτι Κίριε τον Δούλον σου Γ.Χ. Ακακίου, Ιερομονάχου +1817». Και στην πίσω πλευρά: «Σταυροφίλαξ Πάσης της Οικουμένης της Αγίας και Ιεράς Μονής Κοσσιφινίσης». Διαδρομές σε ταραγμένες εποχές. Από τα περίχωρα της Δράμας στο Μοναστήρι. Στην είσοδο της εκκλησίας η βρύση «Δωρεά Μιχαήλ Αδάμη». Βραδυάζει.
Επιστρέφουμε στο Μοναστήρι. Η πόλη σχηματίζει περίπου ένα Τ. Στη δυτική πλευρά το βουνό και στην ανατολική ο κάμπος της Πελαγονίας. Η οριζόντια κεραία τού Τ είναι ο ποταμός Ντραγκόρ (Υδραγόρας) και ορίζει τις προς Βορράν μουσουλμανικές φτωχογειτονιές. Ο δρόμος από την Οχρίδα ακολουθεί τον Ντραγκόρ. Η κάθετη γραμμή τού Τ είναι ο κεντρικός δρόμος, το Φαρδύ, που ενώνει την πλατεία, το κέντρο της πόλης, με τις νότιες συνοικίες, τον σιδηροδρομικό σταθμό και τους παλιούς στρατώνες. Οι παλιές συνοικίες του 18ου-19ου αιώνα εκτείνονται στο δυτικό τμήμα της πόλης, από το Φαρδύ ως τους πρώτους χαμηλούς λόφους του Πελιστέρ. Το ανατολικό τμήμα είναι σχετικά πρόσφατο με ευθείς δρόμους και σοσιαλιστικού τύπου χαμηλές πολυκατοικίες.
Το ξενοδοχείο Epinal σού δημιουργεί την ισχυρή διάθεση να βγεις έξω. Το Φαρδύ αρχίζει να παίρνει ζωή. Σαββατόβραδο. Τα μικρά μιούζικ μπαρ ανοίγουν ένα ένα. Η νεολαία γεμίζει σιγά σιγά τον δρόμο. Θυμάμαι φωτογραφίες να δείχνουν το Φαρδύ γεμάτο κόσμο και λάβαρα «Ζήτω το Σύνταγμα» για τον εορτασμό της επανάστασης των Νεοτούρκων το 1908. Τραπεζάκια έξω και παγωτό στο μικρό ζαχαροπλαστείο. Στον τοίχο επιγραφή: «Στο σπίτι αυτό ήταν το εργαστήριο των Μακεδόνων κινηματογραφιστών Μανάκη». «Ποιοι ήταν οι αδελφοί Μανάκη;» ρωτάω την σερβιτόρα. «Μακεδόνες κινηματογραφιστές», μου απαντάει βαρυεστημένα. Ο κεντρικός κινηματογράφος «Manaki» παίζει μια αμερικανική αστυνομική ταινία.
Σε μια πολυκατοικία μια μεγάλη φωτεινή επιγραφή εξηγεί γιατί μπαινοβγαίνει τόση νεολαία: «Star FM, 104.2». Τραβιόμαστε στην άλλη άκρη, εκεί όπου το Φαρδύ βγαίνει στην πλατεία με το τζαμί του Ισάκ μπέη (1508) και τον πύργο του ρολογιού. Ενα παλιό «νεοκλασικό» είναι τώρα εστιατόριο πολυτελείας με πίτσες και γαλλική κουζίνα. Απέναντι, το παλιό μπεζεστένι δεν φοβάται πια τον λήσταρχο Πάνο που, όπως γράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, το καταλήστευε επανειλημμένα το 1600 και έχει τις πόρτες του ανοιχτές. Στο ομώνυμο εστιατόριο πολύ καλό φαγητό, ιδίως η πηκτή από χοιρινό, αξιοσημείωτη ποικιλία μεζέδων και όπως πάντα πολύ λογικές τιμές. Από την ανοιχτή πόρτα του βλέπω τα μικρά μαγαζιά στο εσωτερικό της αγοράς. Ο παππούς της Κλέας, ο Κρουσοβίτης κυρ Ματθαίος, είχε εδώ ένα υφασματάδικο. Το 1906 τον σκότωσαν μπροστά στο μαγαζί του.
Στο πολιτιστικό κέντρο απέναντι από το ξενοδοχείο είχε γαμήλιο γλέντι. Η μουσική ακουγόταν ως αργά τη νύχτα.
Κυριακή πρωί. Καμπάνες που έχω καιρό να ακούσω. Το Φαρδύ άδειο. Γυρνάμε στους έρημους δρόμους. Πίσω από το ξενοδοχείο, στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης, χαμένη ανάμεσα σε μονόπατα παλιά σπίτια η εκκλησία των «ρωμουνιζόντων» Αγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη. Δύο γριές και ένας γέροντας μας κοιτάζουν με διακριτική περιέργεια. Στον εξωνάρθηκα φωτογραφίες: Παπατόντι, Παπαγεόργκι, Κοσμέσκου. Ενας παπα-Θώδης ήταν ο πρώτος παπάς που αποσχίσθηκε από την Ορθοδοξία το 1905 και ο Κ. Cosmescu ίδρυσε το πρώτο «ρωμούνικο" σχολείο στην περιοχή του Μοναστηρίου, στο Γκόπεσι. Ο νεαρός παπάς αρχίζει τη λειτουργία στην έρημη εκκλησία. Βγαίνουμε έξω.
Η παλιά πόλη διατηρείται στα δυτικά. Στενά δρομάκια πολυδαίδαλα και μέγαρα με διατηρημένες προσόψεις, σκάλες, κιονόκρανα, κήπους. Το παλιό τετραώροφο γυμνάσιο των Ρουμανοβλάχων, αντίδραση στον εκπαιδευτικό οργασμό των Ελληνοβλάχων, χρησιμοποιείται ακόμη εν μέρει ως σχολείο. Κεντρικότερα, κοντά στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, μεγάλο σχολείο. Είναι, άραγε, το «Μουσίκειο»; Ο νεαρός μαθητής Αλέξανδρος Σβώλος απαγγέλλει το 1910 ποίημά του παραφράζοντας το γνωστό «Τι τιμή στο παλικάρι». Οι ελληνοβλάχοι αστοί του Μοναστηρίου, σοβαροί και αμέριμνοι κοιτάζουν μακριά, έξω από το κάδρο του φωτογράφου Μανάκη το 1908.
Στον τοίχο του σχολείου συνθήματα του VMRO. Πίσω από το σχολείο το ετυπωσιακό νεοκλασικό της οικογένειας Ματσάλη. Απέναντι η οικία Παπαγκόγκου με τις πολύχρωμες τέντες στο κήπο. Προχωρόντας προς την Μητρόπολη, τον Αγιο Δημήτριο, περνάμαι μπροστά από το παλιό Ελληνικό προξενείο με την μεγαλοπρεπή είσοδο και τα τριγωνικά αετώματα. Στον Αγιο Δημήτριο, που χτίστηκε το 1835 από ζαγορίσιους μαστόρους, η λειτουργία έχει τελειώσει. Στο τέμπλο τρεις Ιεράρχες. Επιγραφή: «Η Ιερά Αύτη Εικών Εξιστορίθη δι' Εξόδων των Τιμιωτάτων Ομοτέχνων της Μπακαλικής Εμπορίας εις Μνημόσυνόν των». Σε άλλη αναφέρεται το «ρουσφέτιο των παπουτζήδων». Στην εικόνα πάνω από την είσοδο αφιέρωση: «Αθανασίου και Μαρίας Πρεσβυτέρας εκ Βιθκουκίου, 1845». Οι Βλάχοι της Γράμοστας, του Λινοτοπίου και του Βιθκουκίου. Ενας γάμος αρχίζει και οι νεόνυμφοι εισέρχονται μεγαλοπρεπώς υπό τις οδηγίες του φωτογράφου που έχει τη βιντεοκάμερα. Μια ζητιάνα μού ζητάει στα ελληνικά: «Δώσε μου ένα 'κατοστάρικο».
Στην πλατεία, απέναντι από το τζαμί τού Ishak bey οι προσόψεις των σπιτιών μοιάζουν με δειγματολόγιο ρυθμών και αισθητικών αντιλήψεων. Παλιά τουρκικά σπίτια με χαγιάτια δίπλα σε μέγαρα βαλκανικού μπαρόκ σε ροζ παστέλ χρώματα και ανάμεσά τους οξυκόρυφες κεντροευρωπαϊκές ξύλινες στέγες και μπαλκόνια με λουλούδια. Κατηφορίζουμε πάλι το Φαρδύ. Είναι η καρδιά της πόλης που αναπτύχθηκε στο γύρισμα του αιώνα. Κτίρια μεγάλα, αετώματα, σειρές παραθύρων που δίνουν έναν αέρα ευρωπαϊκής πόλης των αρχών του αιώνα. Πριν από χρόνια το Φαρδύ είχε ένα ωραίο καλοδιατηρημένο καλντερίμι που τώρα έχει αντικατασταθεί από άχρωμη άσφαλτο. Στη μέση περίπου η Μονή των Λαζαριστών, το «κέντρο των ρωμουνιζόντων», μόνιμη σχεδόν κατοικία του διαβόητου Α. Μαργαρίτη στις αρχές του αιώνα όταν αρχηγός της γαλλικής ιεραποστολής ήταν ο πατήρ Favérial, ο οποίος διωγμένος από τη Σαντορίνη βάλθηκε να προσηλυτίσει τους μακεδονικούς πληθυσμούς στον καθολικισμό. Μπαίνουμε στον ναό αλλά η λειτουργία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Μερικές οικογένειες και άλλες τόσες γηραιές καλόγριες το εκκλησίασμα. Απέναντι από τη μονή ήταν παλιά, αρχές του αιώνα, το «Ξενοδοχείο της Ανατολής» με το εστιατόριο «Ο Πύργος του Αϊφελ». Τριγυρνάμε πάλι στις ελληνικές γειτονιές. Ονόματα από το παρελθόν χωρίς σημερινό αντίκρισμα... Προχωρώντας παράλληλα με το Φαρδύ βγαίνουμε στον δρόμο της Οχρίδας. Στη μέση περνάει ο Dragor (Υδραγόρας) που πηγάζει από το Pelister, διασχίζει από δυτικά προς τα ανατολικά την πόλη και χύνεται στον κάμπο στον Crna reka (ο αρχαίος Εριγών). Το καλοκαίρι λίγα τα νερά του. Δεξιά και αριστερά, μεγάλα σπίτια και δημόσια κτίρια όπως το Γυμνάσιο Τίτο.
Περνάμε από την πλατεία και συνεχίζουμε για το νεκροταφείο της Αγίας Κυριακής, το παλιό κεντρικό νεκροταφείο. Πολύς κόσμος έρχεται για την περιποίηση των τάφων. Το 1905 είχαν ξεσπάσει μεγάλα επεισόδια εδώ ανάμεσα στους πατριαρχικούς ελληνοβλάχους και στους εξαρχικούς βουλγαρόφρονες, που ήθελαν να θάψουν έναν από τους οπαδούς τους στο πατριαρχικό νεκροταφείο. Στο παλιό τμήμα του δεν υπάρχει ίχνος ελληνόγλωσσης ταφικής επιγραφής. Από τον παράλληλο του κεντρικού δρόμου βγαίνουμε από την πόλη με κατεύθυνση νότια.
Τα μεγάλα κτίρια του 19ου αιώνα, ο σιδηροδρομικός σταθμός προς Θεσσαλονίκη, οι οθωμανικοί στρατώνες και η έδρα του Γ' Σώματος Στρατού, όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα και ο Mustafa Kemal, βρίσκονται στο νότιο άκρο της πόλης, απέναντι από τα ελληνικά σύνορα. Στις υπώρειες των χαμηλών λόφων δεξιά βρίσκονται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Ηράκλειας και το «ρωμούνικο» νεκροταφείο. Η αρμοδία του νεκροταφείου ήξερε γιατί ήρθαμε και αμίλητη μας έδειξε τον τάφο του Μανάκη. Ξεραμένα λουλούδια στο μεγάλο μνήμα.
Στον κάμπο, που άρχιζε να παίρνει γλυκιά και ήρεμη απογευματινή όψη, περάσαμε τα σύνορα. Στο συνοριακό φυλάκιο ο χάρτης της Μακεδονίας, ανατύπωση από μια βουλγαρική έκδοση του 1920 με σβησμένο με «μπλάνκο» το «Editée à Sofia». Δεξιά μας το Pelister μετονομάζεται σε Περιστέρι και μπροστά μας η Νεγκοβάνη σε Νίκη. Στο βάθος αριστερά, πάνω στη συνοριακή γραμμή οι Καρσλήδες, έποικοι του Καυκάσου με το ομώνυμο χωριό τους, τον Καύκασο. Στη Βεύη καθήσαμε για καφέ. Κανένας δεν μας ρώτησε από πού ερχόμασταν. Στην τηλεόραση έδειχνε το «Ciao Antenna».
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ  “ΤΟ ΒΗΜΑ”  ΣΤΙΣ 23-3-1997

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Σκληρή απάντηση δίνει η ΠΟΠΣΒ στο Νόμο της Ρουμανίας που «βαφτίζει» όλους τους Βλάχους Ρουμάνους!

Σκληρή απάντηση δίνει ο Μιχ. Μαγειρίας ,  Προεδρος της  Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (ΠΟΠΣΒ) και   της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας σε συνέντευξη του στην εφημερίδα “Πρωινός Λόγος”

mageirias_agorhs

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΡΘΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ” ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Οι Βλάχοι που ζουν στην χώρα μας, με ιστορική κοιτίδα την οροσειρά της Πίνδου, αλλά και οι ελληνικής καταγωγής ομογενείς Βλάχοι που είναι διασκορπισμένοι στα Βαλκάνια ή την διασπορά είναι Έλληνες, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού Έθνους και έχουν ξεκάθαρη συνείδηση της ελληνικότητάς τους.
Καμία λοιπόν μεθόδευση και καμία αυθαίρετη προπαγάνδα, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, αφού η ιστορία δεν ξαναγράφεται.
Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι υπάρχουν στις μέρες μας «κέντρα», που θέλουν να… οικειοποιηθούν τους Βλάχους και επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια και να αλλάξουν την εθνικότητά τους. Η απαράδεκτη αυτή προπαγάνδα πηγάζει κατά βάση απ’ την Ρουμανία, όπως έχει ξαναγράψει ο «Π.Λ.», η οποία αυτή την φορά «βαφτίζει» τους Βλάχους… Ρουμάνους, με επιχείρημα το ιδίωμα που εκείνοι μιλούν.
Συγκεκριμένα, σε άρθρο που συμπεριελήφθη σε νέο Ρουμανικό νόμο, αναφέρεται ότι «το σύνολο των εκτός Ρουμανίας βλαχόφωνων πληθυσμών θεωρούνται Ρουμάνοι»! Στον σχετικό κατάλογο περιλαμβάνονται Αρμάνοι, Αρουμάνοι, Μακεδορομάνοι, αλλά και «Vlaxi», δηλαδή οι Έλληνες Βλάχοι κ.λ.π.!

Ο Μιχάλης Μαγειρίας
Άμεση ήταν η αντίδραση στη νέα αυτή απόπειρα οικειοποίησης των Ελλήνων Βλάχων από πλευράς του Μιχάλη Μαγειρία, Προέδρου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, που αποτελεί και το ανώτερο αιρετό συλλογικό όργανο το οποίο εκπροσωπεί τις ανά την υφήλιο ενώσεις και συλλόγους των Ελλήνων Βλάχων και ελληνικής καταγωγής βλαχόφωνων της διασποράς. Μιλώντας σχετικά στον «Π.Λ.», ο κ. Μαγειρίας είναι κατηγορηματικός. Όπως τονίζει, «για μας ο νόμος είναι απαράδεκτος και συνιστά πολιτική επιλογή επαναδραστηριοποίησης της Ρουμανικής προπαγάνδας»!

Απάντηση στη Ρουμανία
Ξεκάθαρη και αυστηρή απάντηση στη νέα Ρουμανική προπαγάνδα δίνει η Παγκ. Βλαχική Αμφικτιονία με επιστολή της προς τον Πρέσβη της Ρουμανίας στην Αθήνα –την υπογράφουν ο Πρόεδρός της Μιχάλης Μαγειρίας και ο Γεν. Γραμματέας Γιώργος Ιλιέφσκι- που κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρος της Βουλής και τον Υπουργό Εξωτερικών. Η Αμφικτιονία διαμαρτύρεται έντονα για τα όσα αναφέρονται στο νέο Ρουμανικό νόμο και διευκρινίζει με κάθετο τρόπο ότι οι Έλληνες Βλάχοι δεν διαπραγματεύονται την εθνικότητα και τη συνείδησή τους!
«Δεν είμαστε Ρουμάνοι…»
«Προφανώς δεν ήμασταν κι ούτε είμαστε όλοι ίδιοι. Η βλαχική γλώσσα (σύνολο προφορικών διαλέκτων μιας μη κωδικοποιημένης μεσαιωνικής γλώσσας), η βλάχικη κουλτούρα και παράδοση δεν είναι παράμετροι του ρουμανικού πολιτισμού, με τον οποίο δεν έχουν καμία απολύτως ιστορική σχέση»
, υπογραμμίζει η Παγκόσμια Βλάχικη Αμφικτιονία στην επιστολή της προς τον Πρέσβη της Ρουμανίας.
Όπως επισημαίνει, οι Έλληνες Βλάχοι και οι ελληνικής καταγωγής ομογενείς Βλάχοι, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία διαβιούν στα Βαλκάνια και τη Διασπορά (Ελλάδα, Αλβανία, πΓΔΜ, Βουλγαρία και Ρουμανία), είτε ονομάζονται Αρμάνοι ή Αρωμούνοι είτε Βλάχοι ή Μογλενίτες ή Μεγλενίτες ή Φρασεριότες και Ρεμένοι, τυγχάνει να ομιλούν ιστορικώς διαμορφωμένα ρομανικά ιδιώματα της δημώδους βαλκανικής λατινικής, δεν είναι όμως Ρουμάνοι, όπως δεν είναι ούτε οι Ιταλοί ούτε οι Γάλλοι ούτε κι οι Ελβετοί Ραιτορομάνοι.

Το Βατικανό και το ανατολικό ζήτημα. Ο προπαγανδιστικός ρόλος της Μονής Λαζαριστών, της Αυστρίας και του Απ. Μαργαρίτη

του Αποστόλου Παπαδημητρίου, συγγραφέως
Elaionas_-_zeitenlik_Ierospoudastirio_Monis_Lazariston_sti_Moni_Lazariston13
Κατά την αρχή του 19ου αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να εμφανίζει έντονα σημεία παρακμής. Τα αυστριακά συμφέροντα στην Νότια Βαλκανική από εμπορικά που ήταν ως τότε επεκτάθηκαν και σε πολιτικά: Αγώνας για τη διαδοχή του «μεγάλου ασθενούς», όταν αυτός θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Βέβαια η Αυστρία δεν ήταν η μόνη που εποφθαλμιούσε εδάφη στην περιοχή, βρισκόταν όμως σε ασύγκριτα πλεονεκτικότερη θέση εκ του ότι συνόρευε με την υπό διάλυση αυτοκρατορία.
Παράλληλα η ίδια περιοχή κίνησε το ενδιαφέρον και του Βατικανού, που ονειρεύτηκε την επικράτησή του σε μια ευρεία περιοχή κατοικούμενη από Σλάβους, Αλβανούς και Βλάχους, με ελληνική συνείδηση στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι τελευταίοι. Η αυστροουγγρική αυτοκρατορία θα αποτελούσε την δύναμη εκείνη, μέσω της οποίας θα καρποφορούσαν και τα σχέδια του Βατικανού. Όμως πραγματοποιήθηκαν επαφές και συνεργασίες και με άλλες «ρωμαιοκαθολικές» κυβερνήσεις, της Γαλλίας και, αργότερα, της Ιταλίας, παρά τα πολλά προβλήματα σχέσεων.
Κύριοι αντίπαλοι στην πραγμάτωση των καταχθονίων σχεδίων τους ήσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκαν πνευματικά οι κάτοικοι του χώρου που προαναφέραμε, και ο ελληνισμός, τον δυναμισμό του οποίου τόσο στα γράμματα όσο και στο εμπόριο είχαν διαπιστώσει οι Αυστριακοί εντός της επικρατείας τους. Και ο ελληνισμός του βορρά παρέμεινε αλύτρωτος με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Πρώτος στόχος της Αυστρίας ήταν ο προσεταιρισμός των Βλάχων και των Αλβανών και η εξασθένηση του ελληνικού στοιχείου στα εδάφη που εποφθαλμιούσε. Όλη η ιστορική «φιλολογία» περί της καταγωγής των Βλάχων στην εξυπηρέτηση του στόχου αυτού αποσκοπούσε. Αρκετοί επιστήμονες, θιασώτες του παγγερμανισμού έθεσαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της προπαγάνδας, η οποία όμως φόρεσε το προσωπείο της ρουμανικής! Βέβαια στην καλοστημένη παγίδα έπεσαν κάποιοι κύκλοι του αναδυομένου ρουμανικού εθνικισμού και τη στήριξαν σε βάρος των ρουμανικών συμφερόντων!
Κατά τον Ρουμάνο διπλωμάτη Djuvara η καθολική προπαγάνδα στη Βαλκανική άρχισε το 1845. Ο Victor Berard, Γάλλος ιστορικός και πολιτικός, που περιόδευσε στην Αλβανία και στη Δυτική Μακεδονία επί διετία (1890-1892), παρέχει πολλά άκρως ενδιαφέροντα στοιχεία γύρω από το θέμα μας. «Οι γάλλοι Ιησουίτες και Λαζαριστές της Κωνσταντινούπολης», γράφει, «ονειρεύτηκαν μια θαυμάσια κατάκτηση για την παποσύνη. Έκαναν να αχνοφέξει στα μάτια των Σλάβων η ελπίδα μιας εθνικής κοινότητας και ζωής, που θα τους κόμιζε η Γαλλία, αν προσχωρούσαν στη Ρωμαϊκή καθέδρα. Από την πλευρά της η γαλλική πρεσβεία ήλπιζε ότι η καθολική Βουλγαρία θα ήταν το καλύτερο πρόχωμα μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ρωσίας. Καταπιάστηκαν με τον εκκαθολικισμό των Σλάβων μέσω σλάβων ιεραποστόλων και μέσω Πολωνών παπάδων. Ίδρυσαν ιεραποστολές σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή Τουρκία. Οι Λαζαριστές εγκαταστάθηκαν στο Μοναστήρι (σημ. συντ: τα σημερινά Μπιτόλια του κράτους των Σκοπίων) το 1857». Και ο πρεσβευτής της Ρουμανίας στην Κωνσταντινούπολη Ollanesco έγραφε σε αναφορά του (1.11.1881):
«Ο γενικός πρόξενος της Αυστροουγγαρίας στα Ιωάννινα είναι ο πιο ορμητικός αντάρτης (partisan) της αφυπνίσεως του ρουμανισμού στην Ήπειρο και στη Μακεδονία. Η Αυστρία κολακεύει, όπως πάντοτε έχει κολακεύσει αυτόν που θέλει να αφανίσει.»
Κύριος στόχος των Λαζαριστών ήσαν ασφαλώς οι Σλάβοι, όμως δεν παρέλειψαν να ρίξουν τα προσηλυτιστικά τους δίκτυα και προς τους Βλάχους αλλά και τους ορθοδόξους Αλβανούς και αλβανόφωνους Έλληνες.
Κατά τον Berard στην αρχή είχαν επιτυχία μεταξύ των Βουλγάρων. «Οι προσηλυτισμοί έφθασαν τον αριθμό 14000 και στις 9 Ιουνίου 1861 η Πύλη αναγνώρισε την ουνιτική-βουλγαρική κοινότητα. Ο αιδεσιμότατος Σομπόλσκι, πρώην ηγούμενος βουλγαρικού μοναστηριού, είχε λάβει από τον Πάπα την επισκοπική χειροτονία στην Καπέλλα Σιξτίνα στις 14 του Απρί­λη. Έγινε ο ηγέτης της νέας κοινότητας. Ο αιδεσιμότατος Σομπόλσκι διοίκησε επί μία εβδομάδα τους βούλγαρους καθολικούς. Στις 18 Ιουνίου 1861 εξαφανίστηκε συναποκομίζοντας τη βούλα του Πάπα, το βεράτιο του σουλτάνου και τα δώρα της Γαλλίας. Δεν τον ξανάδε ποτέ κανένας. Ποτέ δεν μαθεύτηκε ούτε που πήγε ούτε που ετελεύτησε. Ο προσηλυτισμός των Σλάβων στον καθολικισμό σταμάτησε απότομα. Επανήλθαν στους Ρώσους και στο αίτημά τους για αυτοκέφαλη εκκλησία». Επέτυχαν με την βοήθειά τους την αναγνώριση της Εξαρχίας το 1870. Τα σχέδια του Βατικανού προς την πλευρά αυτή είχαν οριστικά ναυαγήσει. Απόμεινε ελπίδα προς την πλευρά των Βλάχων και των Αλβανών-αλβανοφώνων.
Ο Ρουμάνος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη G. Linche με αναφορά του (21.10.1881) ενημέρωνε το υπουργείο του για μηχανορραφία προς μεταστροφή Ρουμάνων, όπως θεωρούσε τους Βλάχους, της Μακεδονίας και της Ηπείρου στον καθολικισμό μέσω της Ουνίας. Είχε λάβει γνώση ενός μνημονίου που κατείχε ο πατήρ Bonetti επικεφαλής της Ρωμαιοκαθολικής αποστολής στη Θεσσαλονίκη. Είχε ακόμη γνωρίσει και τον Faveyrial, ηγούμενο της μονής Λαζαριστών στο Μοναστήρι, ο οποίος του είχε δηλώσει με αναίδεια: «Το πνεύμα της γαλλικής κυβερνήσεως είναι αδιάφορο σήμερα ως προς την πρόοδο του καθολικισμού στον κόσμο... Οφείλω να παραμείνω επί μακρόν στα Μπιτόλια, διότι είμαι επιφορτισμένος να διευθύνω το έργο της μεταστροφής των ομογενών σας... Το έδαφος είναι πλήρως ετοιμασμένο. Ο κ. Απ. Μαργαρίτης μου δίνει πολύ μεγάλες ελπίδες επιτυχίας. Αυτός και πρόσωπα με επιρροή στη χώρα εργάζονται γι’ αυτόν τον σκοπό.» Ο Μαργαρίτης από την Αβδέλα Γρεβενών, τύπος αδίστακτου τυχοδιώκτη στην υπηρεσία πολλών κυρίων, υπήρξε ο κινητήριος μοχλός της προπαγάνδας Αυστρίας και Βατικανού προς επηρεασμό των Βλάχων. Ο ίδιος πρόξενος σε άλλη του αναφορά (9.6.1883) γνωστοποιεί ότι ο Bonetti, που έγινε καθολικός επίσκοπος Θεσσαλονίκης, του μίλησε για την πρόθεσή του να τοποθετήσει τον Μαργαρίτη υποπρόξενο της Γαλλίας στο Μοναστήρι. Με αφορμή την πρόθεση αυτή συμπληρώνει: «Κατάλαβα πλήρως τον σκοπό της προτάσεώς του, που στοχεύει στην καθολικοποίηση των Ρουμάνων, τους οποίους ελπίζει να μεταστρέψει ευκολότερα, αν κάποιος από τους προστάτες της καθολικής αποστολής είναι παράλληλα και ο ιθύνων νους αυτών, ο Μαργαρίτης.» Ο πρεσβευτής της Ρουμανίας στην Κωνσταντινούπολη Μ. Mitilineo, προφανώς ελληνικής καταγωγής, σε αναφορά του (26.6.1893) εκθέτει την πληροφορία που έλαβε σχετικά με το όνειρο του Bonetti: «Δεν θα πεθάνω, είπε ο Bonetti σε έναν από τους φίλους μου, δίχως να δω την εξουσία του έλληνα πατριάρχη περιορισμένη στους επτά πύργους που περιβάλλουν την Κωνσταντινούπολη.» Και συμπληρώνει ο Μ. Mitilineo με τη διαπίστωση: «Η Εξοχότης του για να μη μιλά παρά για τους Ρουμάνους της Τουρκίας, μήπως είναι βεβαία ότι έχει προσηλύτους μεταξύ των εξεχόντων Μακεδόνων... Μου φαίνεται δύσκολο να αποδεχθώ ότι ο πολύς λαός, και ιδιαίτερα οι γυναίκες της Μακεδονίας, θα ακολουθούσαν τους αγωνιζόμενους για μια παρόμοια ιδέα.»
Ο Berard γνώρισε τον προπαγανδιστή Μαργαρίτη στη μονή των Λαζαριστών στο Μοναστήρι. Ο ηγούμενος, ο ραδιούργος Faveyrial, έπλεξε το εγκώμιο του τυχοδιώκτη με τα ακόλουθα: «Ο Απόστολος (σ.σ. το όνομα του Μαργαρίτη) θα μπορούσε να οικειοποιηθεί τα λόγια του Αποστόλου (σ.σ. Παύλου): Αδελφοί υπέφερα για σας, πέρασα δια πυρός και σιδήρου σε στεριά και θάλασσα, αλλά ο λόγος επέζησε μέσω εμού.» Ο ίδιος μας πληροφορεί ότι ο Μαργαρίτης γύρισε από το Βουκουρέστι τον Αύγουστο του 1865 και συμπληρώνει. «Μέχρι τότε ήταν κι αυτός Έλληνας, όπως και τ’ αδέλφια του οι Βλάχοι. Είχε κερδίσει στο εμπόριο μια περιουσία ολόκληρη που δίχως άλλο θα είχε περάσει στον ελληνισμό χωρίς το ταξίδι αυτό. Όμως ήλθεν, είδε και επείσθηκε. Όταν γύρισε πίσω, προσήλυτος πλέον της νέας πίστης, άρχισε την απογραφή του λαού του και ταξίδεψε σε όλη την Ανωβλαχία.» Έχουμε την υπόνοια, ότι το ταξίδι του Μαργαρίτη στο Βουκουρέστι έγινε καθ’ υπόδειξη των Λαζαριστών και της αυστριακής διπλωματίας. Έπρεπε ο πράκτοράς τους να αποκτήσει την εμπιστοσύνη της ρουμανικής ηγεσίας και των εθνικιστικών κύκλων της αναδυόμενης χώρας, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα οικονομικά της επιχειρήσεως! Η προπαγάνδα θα έφερνε σε σύγκρουση δύο ορθόδοξα έθνη. Το ένα θα δαπανούσε για την εξάπλωσή της και παράλληλα θα μείωνε την πίεση για απελευθέρωση της υπό αυστριακό ζυγό ρουμανικής Τρανσυλβανίας και το Βατικανό θα επωφελείτο από τη σύγχυση που θα επικρατούσε! Στόχος αρχικός η προσέλευση των «αγανακτησμένων» κατά του Πατριαρχείου Βλάχων στην Ουνία και τελικός η αφομοίωσή τους στον ρωμαιοκαθολικισμό.
Το σχέδιο αποκαλύφθηκε πλήρως σε προκήρυξη (1877), έργο των Faveyrial και Μαργαρίτη, γραμμένη σε γλώσσες ρουμανική και αλβανική. Απόσπασμά της διέσωσε ο Berard: «...Αλβανοί αδελφοί, θυμηθείτε ότι ο Τούρκος μας κυβερνά εδώ και τετρακόσια πενήντα χρόνια. Ξένος προς τη φυλή μας και αφέντης πάνω μας, δεν μας αφαίρεσε ποτέ τον λόγο, την προγονική γλώσσα, την εθνικότητα ούτε και τα άρματα που κρατούμε ακόμη περήφανα στα ζωνάρια μας. Αν κάποτε φταίξαμε στασιάζοντας εναντίον του νομίμου ηγεμόνα μας, αυτό πάντοτε οφειλόταν στην παρότρυνση του ελληνικού κλήρου, αιωνίου εχθρού του Ισλάμ. Μη λησμονείτε όμως, Αλβανοί αδελφοί, ότι ο Θεός έπλασε τα έθνη πριν από τις θρησκείες. Αν θέλουμε να γλυτώσουμε από την ορθοδοξία, που είναι εχθρική προς το Χριστό, την ανθρωπότητα και τις εθνότητες, ας αφοσιωθούμε, ψυχή τε και σώματι, στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είναι ο γνήσιος, ο μεγαλύτερος προστάτης μας, η ελπίδα μας, το στήριγμά μας. Ποτέ δεν θα μας εγκαταλείψει στα χέρια των εχθρών μας, που είναι και δικοί της εχθροί». Και συμπληρώνει ο Berard για την τακτική του Μαργαρίτη: «...δεν φειδωλεύεται ούτε τις υποσχέσεις, ούτε τα εχέγγυα νομιμοφροσύνης, όχι τόσο γιατί είναι αναγκασμένος αλλά, πρέπει να το πούμε αυτό, γιατί είναι πεπεισμένος γι’ αυτό: «Το ύψιστο συμφέρον μας, ημών των βλάχων», λέει και ξαναλέει, «βρίσκεται στη διάσωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Φυσικά ενδιαφερόταν για τη διάσωση της αυτοκρατορίας, όσο και οι πάτρωνές του. Μας πληροφορεί πάλι ο Berard: «Στου πατρός Φαβεριάλ ανταμώσαμε τον Απόστολο Μαργαρίτη. Ο Απόστολος έρχεται εδώ σχεδόν κάθε πρωί, σαν αξιωματικός στην αναφορά, για να αφηγηθεί τα μεγάλα και τα μικρά νέα... τί έκανε χθες βράδυ ο διοικητής... τί είπε χθες ο έλληνας αρχιεπίσκοπος στο διάκο του στη γέφυρα του παζαριού και πόση ώρα έμεινε στου τάδε και του δείνα...». Και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Κοντολογίς, οι αγωγιάτες της Τζούρας δεν είχαν άδικο. Ο ηγούμενος των Λαζαριστών είναι επικεφαλής στα βλάχικα πράγματα». Αλλά και στην αναφορά του Ρουμάνου προξένου στη Θεσσαλονίκη, που μνημονεύσαμε πιο πάνω, περιέχονται και τα ακόλουθα: «Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι αυτός ο απόστολος (σ.σ. ο Faveyrial) παραδέχεται ότι, σε περίπτωση απροβλέπτων δυσκολιών, απευθύνεται στον πρόξενο της Αυστρίας. Πράγματι πληροφορήθηκα αργότερα μόνος μου ότι η δράση της προπαγάνδας κατευθυνόταν από την Αυστροουγγαρία».
Γι’ αυτή τη δράση της Αυστρίας παρατηρεί ο Berard, που ως Γάλλος έχει λόγους να αντιτίθεται προς τους σκοπούς της: «Απ’ όλες τις ραδιουργίες που λαβαίνουν χώρα στη Μακεδονία, οι πιο μυστικές και οι πιο δραστήριες κινήσεις είναι των Αυστριακών. Άπιαστα είναι τα νήματα. Δεν χρησιμοποιούν καθόλου το κήρυγμα μέσω των ατόμων, των σχολείων, των βιβλίων. Δεν απευθύνονται ούτε στο μυαλό ούτε στην καρδιά των προσηλύτων. Το χρήμα παίζει βασικό ρόλο. Η πιστή φύλαξη του μυστικού διασφαλίζει τις ταλαντευόμενες συνειδήσεις και μεγαλώνει ακόμη περισσότερο στη φαντασία του λαού τη μυστηριώδη δύναμη. Θα έρθει μια μέρα, που κάθε Μακεδόνας θα θεωρεί το γείτονά του αφοσιωμένο στην Αυστρία. Τα δικαιώματα της Αυστρίας θα φανούν αναμφισβήτητα σε όλους. Στην Ευρώπη μέρα τη μέρα εδραιώνεται η πεποίθηση αυτή. Πιστεύω πως και οι ίδιοι οι Ρώσοι θα καταλήξουν σιγά-σιγά να το δεχθούν. Η Μακεδονία θα γίνει λοιπόν αυστριακή...»
Ο Berard καταλήγει την εξιστόρηση με τον ακόλουθο συλλογισμό: «Σε τί ανταλλάγματα όμως μπορεί να ελπίζει ο Φαβεριάλ; Ή μάλλον αυτά που ελπίζει, γιατί δεν χρειάζεται και πολλή σοφία για να τα μαντέψει κανείς, δεν είναι άραγε χίμαιρες και το παράδειγμα των Βουλγάρων δεν απέδειξε ότι οι ορθόδοξοι μπορεί να εξυπηρετούνται από τον καθολικισμό, σκοπεύουν όμως να μην τον εξυπηρετήσουν ποτέ;» Είχε γραφεί παλαιότερα ότι έκαναν την εμφάνισή τους κάποιοι Βλάχοι ουνίτες στο Περιβόλι, τα Γρεβενά και τη Θεσσαλονίκη.
Στην πραγματικότητα δεν ενέδωσαν ποτέ Βλάχοι στην προπαγάνδα, κατά το θρησκευτικό μέρος αυτής. Προς τιμή και εκείνων που υπέκυψαν, για οικονομικούς κυρίως λόγους, στην εθνική προπαγάνδα, ουνιτική κοινότητα δεν επέτρεψαν να σχηματιστεί!
Η συντριβή της Αυστροουγγαρίας κατά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και η διάλυσή της στη συνέχεια έθεσε οριστικά τέρμα και στις επιδιώξεις του Βατικανού. Έκτοτε το Βατικανό αλλάζει τακτική έναντι των Ορθοδόξων που δεν δέχονται να απαρνηθούν την πίστη τους. Και πότε τους οδηγεί στα ναζιστικά στρατόπεδα της Κροατίας και τους σφαγιάζει, πότε τους πολεμά σε συνεργασία με μουσουλμάνους (Βοσνία), πότε τους συντρίβει με «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς (Σερβία).

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ
ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001
ΤΕΥΧΟΣ 19

Η υπόθεση Ζάππα και ο ρόλος της στη διαμόρφωση των ελληνορουμανικών διπλωματικών σχέσεων

Κωνσταντίνος Ζάππας
Ο Κωνσταντίνος Ζάππας

Οι ομαλές ελληνορουμανικές διπλωματικές σχέσεις στιγματίστηκαν, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, από το Κουτσοβλαχικό ζήτημα και από τη διαφωνία σχετικά με τα κληρονομικά δικαιώματα επί της περιουσίας εκείνων των Ελλήνων επιχειρηματιών οι οποίοι δεν είχαν απογόνους, εγκατεστημένους στη Ρουμανία. Η μελέτη της εξέλιξης αυτών των δύο ζητημάτων, παράλληλα με την κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της Ρουμανίας, μπορεί να δώσει απαντήσεις σχετικά με την ουσιαστική αιτία που οδήγησε στη διακοπή των ελληνορουμανικών σχέσεων.
Μετά την προσωπική ένωση της Ρουμανίας, το 1859, οι ρουμανικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να προωθήσουν την ενότητα του ρουμανικού λαού αλλά και την εσωτερική ανάπτυξη. Την ίδια περίοδο, τα κατάλοιπα που άφησε η περίοδος των Φαναριωτών, καθώς και η πρόοδος των Ελλήνων, ενίσχυσαν τα ανθελληνικά αισθήματα στη ρουμανική κοινωνία. Τα τελευταία τροφοδοτούνταν και από την παραδοσιακή τακτική πολλών Ελλήνων, οι οποίοι, μολονότι ήταν εγκατεστημένοι στη Ρουμανία, διαπνέονταν από βαθύ πατριωτισμό διαθέτοντας σημαντικά ποσά σε ευαγή ιδρύματα ανά την Ελλάδα ή στη γενέτειρά τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πλουτισμός των Ελλήνων και η κληροδότηση των περιουσιών τους, εκτός της Ρουμανίας, αποτελούσε «αγκάθι» για την εθνική οικονομία. 60
Έτσι, στα τέλη του 19ου αιώνα, η ρουμανική κυβέρνηση αποφάσισε να βρει μια λύση στην εκροή σημαντικού κεφαλαίου από τη χώρα. Αρχικά, με την χρήση ή διαστρέβλωση των νόμων άρχισε να καταπατά τα δικαιώματα των Ελλήνων καταστρατηγώντας τις διαθήκες και τα κληροδοτήματά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το κληροδότημα του Δοσίθεου, το οποίο σταμάτησε να αποστέλλεται στον προορισμό του, έπειτα από 60 συναπτά έτη. Αυτή η τακτική προσέλαβε πιο οργανωμένη μορφή, όταν το 1889 η ρουμανική κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση ενός νόμου, σύμφωνα με τον οποίο δεν θα αναγνωρίζονταν ως κληρονόμοι ιδανικά πρόσωπα, δηλαδή σχολεία, σύλλογοι, κοινότητες κλπ. Με αυτό τον τρόπο το ρουμανικό κράτος έδωσε νομική ισχύ στην παράνομη οικειοποίηση των ελληνικών περιουσιών και κληροδοτημάτων.61
Το παράνομο των πράξεων της ρουμανικής κυβέρνησης ήταν εμφανές. Τα ερωτήματα που δημιουργούνταν ήταν ποικίλα και επικεντρώνονταν σε δύο βασικά σημεία. Πρώτον, αν η πραγματική αιτία που οδήγησε στη διακοπή των ελληνορουμανικών σχέσεων ήταν η υπόθεση Ζάππα ή κάποιο άλλο ζήτημα ή ο συνδυασμός πολλών μαζί. Δεύτερον, για ποιο λόγο η Ελλάδα επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να προχωρήσει στην ανάκληση του πρέσβη στο Βουκουρέστι. Η υπόθεση Ζάππα δεν θα είχε τη δυναμική να προκαλέσει αυτή την ακραία αντίδραση, αν ήταν το μοναδικό σημείο τριβής ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρουμανία. Ουσιαστική αιτία μάλλον αποτέλεσε η στροφή της ρουμανικής πολιτικής στο Κουτσοβλαχικό ζήτημα. Έχοντας αυτό ως γνώμονα, μπορούμε να εξηγήσουμε την απόφαση της Ρουμανίας να μεταβάλει την πολιτική της στην υπόθεση Ζάππα. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας γεννήθηκε στο Λάμποβο Τεπελενίου. Υπήρξε λαμπρός επιχειρηματίας και μεγάλος εθνικός ευεργέτης, όπως και ο ξάδελφός του Ευάγγελος.62 Το 1831, ο Κωνσταντίνος και ο Ευάγγελος εγκαταστάθηκαν στο Βουκουρέστι, όπου εργάστηκαν ως εκμισθωτές των μοναστηριακών κτημάτων. Τα δύο ξαδέλφια, με το επιχειρηματικό πνεύμα που τους διέπνεε, σημείωσαν υψηλές επιδόσεις στο χώρο των επιχειρήσεων, κατάφεραν να αποκτήσουν μεγάλες περιουσίες και να εξελιχθούν στους σημαντικότερους μεγαλογαιοκτήμονες της Βλαχίας.63 Η δραστηριότητά τους ήταν πολυποίκιλη, μάλιστα ο Ευάγγελος, το 1859, εγκαινίασε τα Α΄ Ολύμπια στην Αθήνα, για την υλοποίηση των οποίων αφιέρωσε τρία χρόνια. Τα Α΄ Ολύμπια συμπεριλάμβαναν βιομηχανικές και καλλιτεχνικές εκθέσεις, αλλά όχι αθλητικούς αγώνες. Με τον θάνατο του, το 1865, περιήλθε η ψιλή κυριότητα της περιουσίας του στην Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων με επικαρπωτή τον ξάδελφο του, Κωνσταντίνο Ζάππα.64 Ο Κωνσταντίνος ενεπλάκη σε ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα για την περιουσία του Ευάγγελου Ζάππα,65 καθώς οι συγγενείς του τελευταίου προσέβαλαν την διαθήκη. Όταν τελικά η κληρονομιά αποδόθηκε στον Κωνσταντίνο, ακολούθησε κατά γράμμα τις επιθυμίες του εξαδέλφου του και μερίμνησε για την ανέγερση του καλλιμάρμαρου Ζαππείου Μεγάρου στην Αθήνα. Με την οικονομική άνεση που του προσέφερε η περιουσία του, ανήγειρε τα πρότυπα Ζάππεια Παρθεναγωγεία στην Κωνσταντινούπολη (1875), καθώς και πλήθος εκπαιδευτηρίων στην Ήπειρο και τη Θράκη. 66
Η περιπέτεια του Κωνσταντίνου με τη διαθήκη του εξαδέλφου του αποτέλεσε ένα πολύτιμο μάθημα. Για να αποφύγει είτε παραλείψεις είτε λανθασμένες διατυπώσεις στη διαθήκη του, οι οποίες θα ενέπλεκαν τους κληρονόμους σε μακροχρόνιους και σκληρούς δικαστικούς αγώνες, αποφάσισε να τη συντάξει παρουσία του Έλληνα πρέσβη στο Βουκουρέστι. Όταν ο Κ. Ζάππας πέθανε, στις 20 Ιανουαρίου 1892, η ελληνική πρεσβεία ξεκίνησε τη νόμιμη διαδικασία για τη διαθήκη, με βάση την ιταλο-ρουμανική Σύμβαση67, η οποία χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο σε παρόμοιες περιπτώσεις, διότι δεν υπήρχε σχετική Σύμβαση με την Ελλάδα. Έτσι, το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε με σχετικό έγγραφο την εφαρμογή της ιταλο-ρουμανικής Σύμβασης και στην υπόθεση Ζάππα και παραχώρησε στην ελληνική πρεσβεία τη διαχείρισή της περιουσίας του Κ. Ζάππα. 68 Η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί από την ελληνική πρεσβεία, μέχρι την εύρεση της διαθήκης, ήταν σαφής. Οι δικαιούχοι της περιουσίας ή όσοι είχαν έννομο συμφέρον έπρεπε να υποβάλουν αίτηση σφράγισης της ακίνητης περιουσίας στο αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος απώλειας ή καταστροφής των ευρισκόμενων μέσα στα ακίνητα κινητών αντικειμένων. Κατόπιν, ο επίσημος Μηνύτορας69 θα προέβαινε στην επίσημη αναγγελία του θανάτου του εκλιπόντος, θα καλούσε, όσους είχαν εκκρεμότητες με τον εκλιπόντα, να εκφράσουν τις αξιώσεις τους και θα επέλεγε έναν επίτροπο και έναν παρεπίτροπο ώστε να αναλάβουν την προσωρινή διαχείριση της περιουσίας. Τέλος, το δικαστήριο θα όριζε την ημέρα αποσφράγισης και απογραφής της περιουσίας παρουσία όσων είχαν εγείρει αξιώσεις.
Τοιουτοτρόπως, ο Γ. Γκιώνης, διερμηνέας της Β. Πρεσβείας στο Βουκουρέστι, με την επικουρία Ρουμάνου δικαστικού αντιπροσώπου προχώρησαν στην σφράγιση της περιουσίας του Κ. Ζάππα.70 Τα δε κλειδιά των κερωμένων δωματίων φυλάχτηκαν στην ελληνική Πρεσβεία. Στη συνέχεια, ο επίσημος Μηνύτορας προέβη στην επιλογή των προσώπων για τη θέση του επιτρόπου και παρεπιτρόπου με κριτήριο την φερεγγυότητα και την ευυποληψία τους ως μέλη της χώρας ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος οικειοποίησης της περιουσίας. Το γεγονός ότι ο Ιωάννης Αλιβέρτης είχε διατελέσει γραμματέας του Κωνσταντίνου Ζάππα και ως εκ τούτου θα μπορούσε να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες, συντέλεσε ώστε να του ανατεθεί τελικά η θέση του δεύτερου παρεπιτρόπου. 71 Ακολούθως, ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Ιλφώβ όρισε την 22α Φεβρουαρίου 1892 ως την ημέρα που οι τέσσερις διεκδικητές της περιουσίας, ο Χρίστος και Απόστολος Ζάππας, το ελληνικό και ρουμανικό δημόσιο, έπρεπε να υποβάλουν αιτήσεις διακατοχής72 της περιουσίας. 73 Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο προγραμμάτισε για τον Μάρτιο τις επόμενες πράξεις, δηλαδή την αποσφράγιση και απογραφή της περιουσίας. Ωστόσο, υπήρξε αναπάντεχη εξέλιξη γεγονότων, καθώς το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισε ότι η προξενική αρχή ήταν αναρμόδια να επιληφθεί των υπολοίπων πράξεων επειδή η περιουσία ήταν αμιγώς κινητή και έθιγε τα συμφέροντα των Ρουμάνων υπηκόων. 74 Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, μολονότι η ίδια η κυβέρνηση είχε δώσει άδεια στην ελληνική πρεσβεία να περατώσει τη διαδικασία σφράγισης, τελικά ενεπλάκη το Υπουργείο Εξωτερικών, σε ένα ζήτημα το οποίο απτόταν της δικαιοδοσίας των δικαστικών αρχών. Ο λόγος της παρέμβασης του Υπουργείου είναι άμεσα συνυφασμένος με το γενικότερο πλαίσιο των ελληνορουμανικών σχέσεων και την πολιτική που εφάρμοζε η Ρουμανία.
Τον Μάρτιο του 1892, ο Σουλτάνος δέχθηκε να ιδρύσει Ρουμανική Ιερά Μητρόπολη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι Ρουμάνοι προχώρησαν στην ίδρυση δύο επισκοπών, στο Μοναστήρι και στα Ιωάννινα. Το Πατριαρχείο, όμως, αρνήθηκε να δεχτεί τη σουλτανική απόφαση και, με την στήριξη της Ρωσίας, προειδοποίησε ότι σκόπευε να κλείσει όλες τις ρουμανικές εκκλησίες στη Μακεδονία. Υπό αυτή την πίεση ο Σουλτάνος αναδιπλώθηκε και η Ρουμανία αδυνατούσε να δημιουργήσει Μητρόπολη, χωρίς την συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αμέσως μετά από αυτή την εξέλιξη, το Υπουργείο Εξωτερικών στο Βουκουρέστι αποφάσισε να αλλάξει τακτική, να εμπλακεί στην υπόθεση Ζάππα και να κρατήσει ιδιαίτερα σκληρή στάση.75
Η ελληνική πρεσβεία διαμαρτυρήθηκε μέσω ενός εκτενούς Υπομνήματος τόσο για την εμπλοκή του Υπουργείου όσο και για τον παράνομο τρόπο που σκόπευε η Ρουμανία να διεξάγει την αποσφράγιση, παραμερίζοντας την Ελλάδα από τη διαδικασία.76 Παρά την κατάθεση του Υπομνήματος, το δικαστήριο προγραμμάτισε την αποσφράγιση της περιουσίας ερήμην της Ελλάδος. Υπό τον φόβο αυτό, ο Ν.Ε. Καμμένος, αντιπρόσωπος της Β. Πρεσβείας, στάλθηκε στην οικεία του Κωνσταντίνου με την εντολή να αποτρέψει την αποσφράγιση. Όντως ο Καμμένος κατάφερε να σταματήσει προσωρινά την αποσφράγιση όμως το δικαστήριο την όρισε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της οποίας η παρουσία Έλληνα αντιπροσώπου απαγορεύθηκε ρητά. Την ημέρα της πράξης, επειδή τα κλειδιά των κερωμένων δωματίων βρίσκονταν στα χέρια της ελληνικής πρεσβείας, έπειτα από την άρνηση του αντιπροσώπου να τα παραδώσει, τα δωμάτια παραβιάσθηκαν. Στο χρηματοκιβώτιο βρέθηκε η διαθήκη του Ευάγγελου και του Κωνσταντίνου Ζάππα, φέροντας μερικές ιδιόχειρες τροποποιήσεις.77 Μολονότι ο σφραγισμένος φάκελος έφερε επιγραφή δια χειρός του αποθανόντος, η οποία έγραφε
«ταύτη είναι η διαθήκη μου και μόνον ο πρέσβυς της Ελλάδος θα την ανοίξη», ο δικαστικός αντιπρόσωπος παρέδωσε τη διαθήκη στο δικαστήριο, όπου ανοίχθηκε και συνεχίστηκε η απογραφή των περιουσιακών στοιχείων στο Βροσθένιω προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι δεν υπήρχε και άλλη πιο πρόσφατη διαθήκη. 78
Η διαθήκη του Κωνσταντίνου, η οποία συντάχθηκε το 1883, όριζε ως κληρονόμο την «Επιτροπή προς εμψύχωσιν της Εθνικής Βιομηχανίας».79 Η ρουμανική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ήταν νομικό πρόσωπο, οργανωμένο κατά την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία, και δεν μπορούσε να έχει νομική υπόσταση στη Ρουμανία, οπότε ούτε να κληρονομεί μπορούσε, αλλά ούτε και να παρευρίσκεται στα ρουμανικά δικαστήρια. Η Επιτροπή και το ελληνικό δημόσιο είχαν αδιάσπαστη σχέση, καθώς η πρώτη αντλούσε μέρος του προϋπολογισμού της από το δημόσιο και διοικούνταν από μέλη της κυβέρνησης. 80 Θέλοντας λοιπόν, η Ρουμανία να πιέσει την Ελλάδα για την αμετακίνητη στάση της πάνω στο θέμα των Κουτσόβλαχων και της Επισκοπής, χρησιμοποίησε αυτή τη νομική δικλείδα στην υπόθεση Ζάππα προκειμένου να την παραγκωνίσει.
Το ζήτημα έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Η Ίρις των Λαών της Ανατολής στο Βουκουρέστι σημείωνε σε άρθρο της:
«Αστραπαί και βρονταί και κεραυνοί. Φοβερά θύελλα και καταιγίς ηγέρθη κατ’ αυτάς ενταύθα, και εν των τύπω, και εν τοις δικαστηρίοις, και εν ταις βουλαίς και πανταχού˙ έκαστος δε δικαίως δύναται να ερωτήση μη οι καζάκοι της Ρωσσίας, η αι καταναί της Αυστρίας εισέβαλον εις Ρωμανίαν, και κρούεται τοσούτον σφοδρώς το εγερτήριον; μη ο εχθρός έφθασε προ των πυλών της πόλεως μας; Ευτυχώς ουδέν τούτων, αλλ’ η διαθήκη του Κωνσταντίνου Ζάππα επροξένησεν όλον τούτον τον πάταγον! Ο τύπος, και ιδίως μία άσημος εφημερίς της Ιαλομίτσας, εξήντλησε το υβρεολόγιον κατά του θανόντος Κ. Ζάππα, διότι ούτος διέθεσε τον ίδιαν περιουσίαν ως ηθέλησε και δεν άφησεν αυτήν τη Ρωμανία! Ως σύνηθες δε τας ύβρεις επιδαψιλεύουσι κατά πάντων των Ελλήνων!»81
Καθημερινές συναντήσεις ανάμεσα σε Ρουμάνους πολιτικούς και Έλληνες διπλωμάτες λάμβαναν χώρα καθώς και πλήθος άρθρων δημοσιεύονταν στις τοπικές εφημερίδες. Μολοταύτα, επίσημα η Ρουμανία εφάρμοζε την τακτική της σιωπής. Μόνο μέσα από την εφημερίδα Independence Roumaine82, η οποία ήταν φερέφωνο των απόψεων του Ρουμάνου υπουργού Εξωτερικών Α. Lahovary διαφαινόταν η πρόθεση της ρουμανικής κυβέρνησης να λύσει το ζήτημα δια της δικαστικής οδού. Η Ελλάδα, από την άλλη μεριά, αμφισβητούσε την φερεγγυότητα και ανιδιοτέλεια των ρουμανικών δικαστηρίων, επειδή τα τελευταία είχαν δεχθεί να διεξαχθεί η αποσφράγιση της περιουσίας ερήμην της Ελλάδος, δείχνοντας ότι ακολουθούσαν την πολιτική γραμμή της κυβέρνησης.
Λόγω των παραπάνω οι σχέσεις των δύο χωρών προοδευτικά επιδεινώθηκαν. Η Ρουμανία ασκούσε πίεση στην Ελλάδα μέσω του ζητήματος Ζάππα για τη ρουμανική
Επισκοπή στη Μακεδονία. Η Ελλάδα όμως, από τη μεριά της, αρνούταν να υποχωρήσει και στα δύο ζητήματα και γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε να ενισχύσει την Πρεσβεία της στο Βουκουρέστι με έναν έμπειρο διπλωμάτη. Στις 25 Μαρτίου ο Μ. Παπαρρηγόπουλος, ανέλαβε τα ηνία της πρεσβείας εκτελώντας χρέη πρεσβετού.83 Ο Παπαρρηγόπουλος θέλησε αμέσως να μελετήσει τα έγγραφα της υπόθεσης Ζάππα, διότι είχε πληροφορηθεί για τη δυσκολία του ζητήματος και την ανάγκη για λεπτούς χειρισμούς, δεδομένης της άκαμπτης συμπεριφοράς της Ρουμανίας, η οποία κάλυπτε με φιλικό μανδύα την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ο Παπαρρηγόπουλος, από την πρώτη στιγμή, ήταν απαισιόδοξος σχετικά με τη μεταβολή των υφιστάμενων διαθέσεων της Ρουμανίας εξαιτίας του ανθελληνικού αισθήματος των τελευταίων δεκαετιών και της νέας ρουμανικής πολιτικής για ίδρυση ρουμανικής Επισκοπής. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν, όταν το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκε να του παραχωρήσει τα επικυρωμένα αντίγραφα και τις μεταφράσεις της διαθήκης των Κωνσταντίνου και Ευάγγελου Ζάππα, με την δικαιολογία ότι βρίσκονταν στην κατοχή του δικαστηρίου.84 Οι δύο χώρες είχαν εμπλακεί σε μια σειρά από κινήσεις τακτικής. Η Ρουμανία προέβη στην επόμενη κίνησή της τον Απρίλιο του 1892, όταν επιβεβαίωσε τις φήμες που είχαν διαρρεύσει στον Τύπο σχετικά με τη διευθέτηση της υπόθεσης Ζάππα δια της δικαστικής οδού. Το δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει τη νομιμότητα της αποπομπής της Ελλάδας από τη διακατοχή της περιουσίας του Κωνσταντίνου Ζάππα.85
Ο Παπαρρηγόπουλος, βλέποντας την άκαμπτη στάση της Ρουμανίας, προσπάθησε να την προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση μη συμβιβαστικής, και για τις δύο χώρες, λύσης θα μπορούσε να επέλθει διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν ξεκάθαρα λόγος για διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας και Ρουμανίας. 86 Ο Έλληνας πρέσβης επεδίωκε την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου του Παρισιού (1859), σύμφωνα με τις οποίες, όταν δύο χώρες αδυνατούσαν να επιλύσουν υποθέσεις μέσω της διπλωματίας, προκειμένου να διασφαλισθούν οι φιλικές τους σχέσεις, προσέφευγαν σε μια τρίτη χώρα για να βρει συμβιβαστική λύση.87 Ωστόσο, η Ρουμανία αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό ή την παραπομπή του θέματος στη διαιτησία των Μεγάλων Δυνάμεων που υπέγραψαν τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρόλο που ο Παππαρηγόπουλος επεσήμανε το μη αναστρέψιμο της κατάστασης, η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τη Ρουμανία. Τότε ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε την επιστροφή του στην υπηρεσία του στην Πετρούπολη, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση ανάγκης θα επέστρεφε στα καθήκοντά του.88 Η πρότασή του δεν έγινε δεκτή, επειδή τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία και οι σχέσεις των δύο χωρών οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στη διακοπή. Η επιστολή του Στέφανου Δραγούμη, υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας προς τον Ρουμάνο ομόλογο του Lahovary στις 13/25 Ιουλίου 1892, αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις των δύο χωρών. Επειδή απουσίαζε ο Lahovary, το έγγραφο παρέλαβε ο Λάσκαρ Καταρτζής, πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου και προσωρινός υπουργός Εξωτερικών. 89 Παράλληλα, ο Παπαρρηγόπουλος συναντήθηκε με τον Karp, υπουργό Δημοσίων Κτημάτων. Ο Karp με έντονο και δριμύ λόγο τόνισε ότι το ελληνικό κράτος ουδέποτε θα επιτύγχανε να πάρει την περιουσία του Ε. Ζάππα. Ακόμη και αν το δικαστήριο αποφαινόταν υπέρ της Ελλάδος, ο ίδιος δεν θα επέτρεπε να της αναγνωρισθεί κληρονομικό δικαίωμα.90 Συμπτωματικά, τον ίδιο μήνα, το δικαστήριο Ιαλομίτσης ανέβαλε για τις 16 Οκτωβρίου 1892 τη δίκη σχετικά με την αποπομπή από τη διακατοχή των φυσικών κληρονόμων του Κ. Ζάππα91
Ο Lahovary, με την επιστροφή στα καθήκοντά του τον Σεπτέμβριο, απάντησε στην επιστολή που του έστειλε τον Ιούλιο ο Δραγούμης και απέδωσε την καθυστέρηση των δύο μηνών στις αλλεπάλληλες απουσίες μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Με ένα έγγραφο άκρως περιπαιχτικό για την επιμονή της Ελλάδος να λάβει απάντηση για την υπόθεση Ζάππα, διευκρίνισε ότι το ελληνικό κράτος παρερμήνευσε τα αίτια των πράξεων της Ρουμανίας. Εξήγησε, λοιπόν, ότι τα ζητήματα που προέκυπταν για ηθικά πρόσωπα και την ικανότητα τους να κληρονομούν διέπονταν από τις γενικές αρχές του δημοσίου και του Αστικού Δίκαιου της χώρας και οι αρχές αυτές έπρεπε να εφαρμοσθούν ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό είναι το ελληνικό κράτος. Βέβαια δεν εξέταζε αν το Διεθνές Δίκαιο επέτρεπε σε μία χώρα να κατέχει τμήμα γης σε ξένο κράτος, διότι ήταν ένα πολύ λεπτό ζήτημα το οποίο έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής. Τα δικαστήρια ήταν αρμόδια να επιλύσουν τις διαφορές για τα κληρονομικά και η ρουμανική δικαιοσύνη σκόπευε να λειτουργήσει με αμεροληψία οπότε δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας από μέρους της Ελλάδας 92.
Η στάση που τήρησε η ρουμανική κυβέρνηση, η εύγλωττη σιωπή καθώς και η άρνησή της να αποδεχτεί την πρόταση για φιλική διαπραγμάτευση της διαφοράς μέσω της διπλωματικής οδού αποδείκνυε την άκαμπτη απόφασή της να ασκήσει σκληρή πίεση στην Ελλάδα για την άρνησή της να δεχτεί τη ρουμανική Μητρόπολη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παρουσία του Έλληνα πρέσβη στο Βουκουρέστι θεωρήθηκε περιττή και με διαταγή του Βασιλιά Γεώργιου ο Παππαρηγόπουλος εμπιστεύθηκε την προστασία των συμφερόντων των Ελλήνων της Ρουμανίας, στον de Fonton, έκτακτο απεσταλμένο και πληρεξούσιο υπουργό του Αυτοκράτορα της Ρωσίας. 93 Την ίδια εντολή έδωσε ο Α. Lahovary στον Ρουμάνο πρέσβη στην Αθήνα.94 Το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 1892 διακόπηκαν οριστικά οι ελληνορουμανικές διπλωματικές σχέσεις. Η ελληνική πρεσβεία και όλα τα ελληνικά προξενεία στη Ρουμανία κατέβασαν τις σημαίες και τα ελληνικά σήματα, σφράγισαν τα γραφεία τους και όλοι οι πρόξενοι, υποπρόξενοι και προξενικοί πράκτορες διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το ρουμανικό έδαφος μέσα σε 24 ώρες. Ο Έλληνας πρέσβης Παπαρρηγόπουλος και ο πληρεξούσιος του ελληνικού κράτους Τομπάζης μετέβησαν στις 6 Οκτωβρίου στην Βράιλα μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής και από εκεί στην Αθήνα. Στο σιδηροδρομικό σταθμό συγκεντρώθηκαν όλοι οι πληρεξούσιοι των ξένων δυνάμεων, εκτός της Βουλγαρίας95 για να αποχαιρετήσουν τους συναδέλφους τους.96
Την επόμενη μέρα η Ελλάδα υπέβαλε στις Μεγάλες Δυνάμεις Υπόμνημα με το οποίο ζητούσε την άμεση μεσολάβησή τους και τη διευθέτηση της υπόθεσης.
«Ελάβατε ήδη γνώσιν της αναφυείσης μεταξύ της βασιλικής κυβερνήσεως και της Ρωμουνίας ρήξεως τη επιούση του θανάτου του έλληνος υπηκόου Κωνσταντίνου Ζάππα, επικαρπωτού των ακινήτων της κληρονομιάς Ευαγγέλη Ζάππα, ων το ελληνικόν κράτος είχεν αδιαφιλονεικήτως την ψιλήν κυριότητα, δυνάμει της διαθήκης)[………]
Ούτως η Βασιλική κυβέρνησις φρονεί ότι ανταποκρίνεται εις τον πόθον των μεγάλων δυνάμεων, προσφεύγουσι εις την άμεσον ενέργειαν αυτών, όπως καταλήξωσιν εις την φιλικήν λύσιν της διαφωνίας ήτις κατέστησεν αδύνατον την διατήρησιν των προς την ρωμουνικήν κυβέρνησιν αγαθών σχέσεων.
Ευαρεστηθήτε να ανακοινώσητε την διακοίνωσιν ταύτην εις την βασιλικήν κυβέρνησιν της……… και επιδώσητε αυτή αντίγραφον.»
Αθήναι 4 Οκτωβρίου 1892.Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ»97
Το Υπόμνημα δεν επέφερε καμία αλλαγή στην υφιστάμενη κατάσταση. Η ρήξη Ελλάδας και Ρουμανίας ήταν γεγονός. Μέχρι την αποκατάσταση των σχέσεων με την Ελλάδα το 1896, η Ρουμανία προωθούσε ανενόχλητη το προπαγανδιστικό της πρόγραμμα για τους Κουτσόβλαχους στον εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό τομέα. Σε ό,τι αφορά την έκβαση της υπόθεσης Ζάππα, το δικαστήριο του Ιλφώβ απήγγειλε την ετυμηγορία του στις 20 Νοεμβρίου 1892. Σύμφωνα με την τελευταία, η Επιτροπή προς εμψύχωσιν της Εθνικής Βιομηχανίας και κατ’ επέκταση το ελληνικό δημόσιο αποκλείονταν από κάθε δικαίωμα επί της περιουσίας του Κ. Ζάππα. Η δικαστική εξουσία στη Ρουμανία, τόσο στο Εφετείο το 1896 όσο και στο Ακυρωτικό το 1898, δεν αναγνώριζε τη νομική υπόσταση της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων.98
----------------------------------
60 Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 25 Ιανουαρίου 1892.
61 Αυτόθι.
62 Ο Ευάγγελος πολέμησε στην Επανάσταση του 1821 στο πλάι του Μάρκου Μπότσαρη, του Κώστα Μπότσαρη, του Νικολάου Ζέρβα και του Νάκου Πανουργιά. Το 1824 έγινε ταξίαρχος, ενώ λίγο αργότερα βοήθησε στο ανορθωτικό έργο του Καποδίστρια. Για τη βιογραφία του Ε. Ζάππα βλ. Κ. Ζάππας, Ευαγγέλης Ζάππας, Βροσθένιω 1870.
63 Συγκεκριμένα, η περιουσία του Ευάγγελου Ζάππα αποτελούνταν από μούλκια (ιδιόκτητη γη) στο Βροσθένιο με μύλους, δάση, αποθήκες, μαγαζιά, από ακίνητα στο Ουλέστι, στην Μετζιεσάσκα, στην Μπεράσκα, από χάνια στη Στοϊνέστι, καθώς και από γαίες στο Σλουζιτόρι, στη Βάλεα Μακρίσου στο Τζαγκάνι, στο Περζάνι με λίμνες και δάση. Τέλος, ο Ευάγγελος είχε στην κατοχή του κτήματα στο διαμέρισμα της Ιαλομίτσης, ένα σπίτι στο Βουκουρέστι και ένα ξενοδοχείο με την επωνυμία «Οτέλι των Αθηνών». Η περιουσία του απέδιδε ετησίως 15.000 φλουριά. Μετά το θάνατο του τη διεύθυνση και την επικαρπία της περιουσίας ανέλαβε ο εξάδελφος και συνέταιρος του Κωνσταντίνος Ζάππας. Μετά το θάνατο του επικαρπωτή, η περιουσία θα περιερχόταν στα χέρια της Ελλάδας με την υποχρέωση να καταβάλλονται τα ετήσια κληροδοτήματα στην ρουμανική Ακαδημία, και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Λάμποβο της Ηπείρου. Κ. Π. Ζαβιτζιάνου, Αρχεία εθνικών ευεργετών, Μηνιαίο περιοδικόν σύγγραμμα, μέρος Α΄, κείμενα διαθηκών, δωρεών κλπ., τεύχος Ε΄, Αθήνα 1930, σ. 183-193.
Η περιουσία του Κ. Ζάππα στην Ρουμανία αποτελούνταν από καταστήματα, ένα ατμόμυλο και ένα αλευροποιείο στο Καλαράσι με την επωνυμία «φάμπρικα Ολύμπια». Αποθήκες, φούρνοι, καπηλειά, σπίτια στο νομό Ιαλομίτσης, μετοχές και χρήματα συμπλήρωναν την ακίνητη περιουσία του. Στην Θεσσαλία είχε 14 κτήματα τα οποία είχε αγοράσει έναντι του ποσού των 160 χιλιάδων λιρών. ( Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 24 Φεβρουαρίου 1892., για την διαθήκη Κ. Ζάππα βλ. Ζαβιτζιάνου, όπ.π., σ. 194-213.)
64 P. Scalcău, Grecii din România, Βουκουρέστι 2005, σ. 188,320.
65 Παρόλο που ο Ευάγγελος είχε αφήσει διαθήκη, η τελευταία του επιθυμία δεν ικανοποίησε τους συγγενείς του και το ρουμανικό κράτος. Οι συγγενείς του προσέβαλαν την διαθήκη για να μην παραχωρηθεί η περιουσία του εκλιπόντος αποκλειστικά στον Κ. Ζάππα. Ενώ το ρουμανικό κράτος επικαλέσθηκε την αίτηση πολιτογράφησης του Ευάγγελου Ζάππα για να τον θεωρήσει ρουμάνο πολίτη και να οικειοποιηθεί την περιουσία του. Σχετικά με το ζήτημα ιθαγένειας Ε. Ζάππα βλ. Γ. Στρέιτ, Η υπόθεσις Ζάππα Ζητήματα Δημοσίου και ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, Αθήνα 1984, σ. 19-34
66 Scalcău, όπ.π., σσ. 188,320.
67 Σύμφωνα με την ιταλική – ρουμανική συνθήκη:
Άρθρο 6. – Να διαχειρίζωνται και εκκαθαρίζωσιν αυτοί ούτοι (Γεν. πρόξενοι, πρόξενοι, υποπρόξενοι ή προξενικοί πράκτορες) ή δι ανθρώπου της εμπιστοσύνης αυτών, την εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονομίαν, χωρίς ή επιτόπιος αρχή να επέμβη εις τα εν λόγω ενέργειας, εφ όσον οι υπήκοοι της Χώρας ή τινός άλλης τρίτης δυνάμεως δεν προβάλλουσιν κληρονομικάς αξιώσεις επί της περιουσίας ˙ διότι εν τοιαύτη περιπτώσει, εάν αναφ[…] δυσχέρειαι, προερχόμεναι ιδίως εξ απαιτήσεως τινός αμφισβητέας, των γεν. προξένων κλπ. μηδέν εχοντων δικαίωμα προς διεκπεραίωσιν ή λύσιν των δυσχερειών τούτων, τα δικαστήρια της χώρας θα ώσιν αρμόδια, καθ’ οίον τρόπον ανήκε αυτοίς, να λάβωσι τα αναγκαία προς τούτο μέτρα ή να δικάσωσιν αυτάς.
Οι ειρημένοι προξενικοί πράκτορες θέλουσιν ενεργήσει τότε ως αντιπρόσωποι της διατεθειμένης ή εξ αδιαθέτου κληρονομίας, ήτοι διατηρούντες την διαχείρισιν και το δικαίωμα της πλήρους εκκαθαρίσεως της ειρημένης περιουσίας ως και της πωλήσεως των διαφόρων αντικειμένων επίπλων κλπ. καθ’ ούς προηγουμένως διετυπώσαμεν όρους, θα επαγρυπνώσιν επί των συμφερόντων των κληρονόμων και θα έχωσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσι τους αναλαμβάνοντας να υποστηρίξωσι ενώπιον των δικαστηρίων δικηγόρους. Εννοείται δε ότι εις τα δικαστήρια ταύτα οφείλουσι να εγχειρίζωνται πάντα τα έγγραφα τα δυνάμενα να διαφωτίσωσι το εις την εξέτασιν αυτών υποβληθέν ζήτημα.
Της αποφάσεως εκδοθείσης οι γεν. πρόξενοι, υποπρόξενοι κλπ. οφείλουσι να εκτελώσιν αυτήν, εάν δεν εφεσιβληθώσι, και θα εξακολουθήσωσι τότε την εν πλήρει δικαιώματι εκκαθάρισιν, ήτις θα ανεστέλλετο μέχρι της αποπερατώσεως της διαδικασίας.
Άρθρο 7.- Να συνιστώσιν εν ανάγκη, επιτρόπους και παρεπιτρόπους συμφώνως προς τους νόμους των οικείων κυβερνήσεων. ( Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 8 Μαρτίου 1892).
68 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος, αρ. 102, Βουκουρέστι, 1/13 Φεβρουαρίου 1892, στη συλλογή ελληνικών διπλωματικών εγγράφων που εξέδωσε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Η εν Βουκουρεστίω Β. πρεσβεία προς το Υπουργείο των Εξωτερικών, χ.τ. 1893.
69 Ο επίσημος Μηνύτορας ήταν ο εκπρόσωπος του ρουμανικού κράτους, ο οποίος αναλάμβανε την αναγγελία του θανάτου και την προσωρινή διαχείριση της περιουσίας του θανόντος μέχρι την εμφάνιση διαθήκης ή των κληρονόμων. Σε περίπτωση που ο θανών δεν είχε αφήσει διαθήκη και δεν υπήρχαν κληρονόμοι, η περιουσία θεωρούνταν αδέσποτη και περιερχόταν στο κράτος.
70 Η περιουσία του Κωνσταντίνου Ζάππα που σφραγίστηκε με κερί συμπεριλαμβάνει τα εξής:
I. Τα γραφεία και τα χρηματοκιβώτια, τα οποία βρίσκονταν στην οικία του Κ. Ζάππα.
II. Οι είσοδοι των δωματίων
III. Τα γραφεία και παραρτήματα στην αυλή και οι είσοδοι των δωματίων στην αυλή.
IV. Το εργοστάσιο αλεύρου.
V. Τα γραφεία και παραρτήματα του εργοστασίου καθώς και τα βιβλία διαχειρίσεως του.
VI. Όλα τα δωμάτια και τα γραφεία του σπιτιού και του εργοστασίου τα οποία περιείχαν χρηματοκιβώτια και πολύτιμα σκεύη.
VII. Το εργοστάσιο οινοπνεύματος δεν σφραγίσθηκε επειδή είχε αναλάβει υποχρεώσεις που έπρεπε να φέρει σε πέρας. Με την σφράγιση του η κληρονομιά θα είχε σοβαρές απώλειες. Την λειτουργία του είχε αναλάβει ο διαχειριστής του Λοβέρδος.
71 Γ. Φλόρεα, Κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πτυχές των ελληνο-ρουμανικών σχέσεων κατά το δεύτερο μισό του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα, (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 2008, σ. 260.
72 Με την αίτηση διακατοχής οι ενδιαφερόμενοι αιτούνταν την απόλυτη εξουσία της ακίνητης περιουσίας.
73 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος, αρ. 102, Βουκουρέστι, 1/13 Φεβρουαρίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
74 Φλόρεα, όπ.π., σ. 260, παραθέτει έγγραφο που έστειλε η Ελληνική Πρεσβεία Βουκουρεστίου στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ρουμανίας, αρ. 223, 21.2/4.3.1892.
75ΙΜΜΑ, ΚΕΜΙΤ, Αρχ. Ε. Κωφού, φάκ. 1892, αρ. εγγ. 815, Προξενείο Μακεδονίας Δοκός προς Δραγούμη, 2 Σεπτεμβρίου 1892.
76 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος, αρ. 249, Βουκουρέστι, 28 Φεβρουαρίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
77 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδος, αρ. 270, Βουκουρέστι, 6/18 Μαρτίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
78 Η Ίρις των λαών της Ανατολής,18 Μαρτίου 1892.
79 Η «Επιτροπή προς εμψύχωσιν της Εθνικής Βιομηχανίας» ιδρύθηκε με Βασιλικό Διάταγμα του βασιλιά Όθωνα στις 27 Ιανουαρίου 1837. Το Διάταγμα όριζε ότι η επιτροπή θα αποτελούνταν από 12 μέλη, τα οποία θα διορίζονταν από την ελληνική κυβέρνηση. Στόχος της ήταν η ενθάρρυνση της εθνικής βιομηχανίας, ο οποίος θα υλοποιούνταν αντλώντας εν μέρει πόρους από τον ελληνικό προϋπολογισμό. Η Ίρις των λαών της Ανατολής,18 Μαρτίου 1892. 81 Η Ίρις των λαών της Ανατολής , 28 Μαρτίου 1892.
80 Αίτησις της ρουμανικής κυβέρνησης – Προς τον Πρόεδρο του Ιλφώβ δικαστηρίου περί παραπομπής εις την κατοχήν της περιουσίας του Ευαγ. Ζάππα, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
81 Η Ίρις των λαών της Ανατολής , 28 Μαρτίου 1892.
82 Την εφημερίδα L'independence roumaine εξέδιδε ο George Em. Lahovary, ξάδερφος του Υπουργού Εξωτερικών Alexandru Lahovary . Η εφημερίδα, μολονότι ήταν παραδοσιακά συντηρητική, την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα έκανε στροφή προς την Φιλελεύθερη παράταξη, γεγονός που στοίχισε την ζωή του εκδότη της. Σχετικά με την οικογένεια Lahovary βλ. http://aristoromania.blogspot.com/2009/06/lahovary-family-freguently-spelt.html .
83 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας, αρ. 347, Βουκουρέστι, 27 Μαρτίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
84Αυτόθι.
85 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας, αρ. 394, Βουκουρέστι, 4 Απριλίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
86 Αυτόθι.
87 Στρέιτ, όπ.π., σ.14.
88 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας, αρ. 486, Βουκουρέστι, 16 Μαΐου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
89 Α. Τομπάζης προς Υπουργείο Εξωτερικών Ελλάδας, αρ. 745, Βουκουρέστι, 8 Αυγούστου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
90 Αυτόθι.
91 Φλόρεα, όπ.π., σ. 263.
92Ο επί των εξωτερικών υπουργός της Ρουμανίας προς τον εν Βουκουρεστίω Πρεσβευτήν της Ελλάδος, αρ. 19050, Βουκουρέστι, 22/4 Σεπτεμβρίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
93Ο Πρεσβευτής της Ελλάδος προς την Α.Ε. τον Κ. Lahovary Υπουργόν επί των Εξωτερικών της Ρωμουνίας, Βουκουρέστι, 3/15 Οκτωβρίου 1892, στη συλλογή εγγράφων, Η εν Βουκουρεστίω, όπ.π.
94Σφέτας, όπ.π., σ. 33.
95 Η Βουλγαρία, εφαρμόζοντας το σχετικό νόμο του 1891, επιδόθηκε στο κλείσιμο των ελληνικών σχολείων στην ενδοχώρα και αυτό είχε ως συνέπεια την δημιουργία έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών. Η Ρουμανία, είχε ταχθεί στο πλευρό της Βουλγαρίας, σε αντίθεση με κάποιες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που θέλησαν να την συνετίσουν.
96Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 6 Οκτωβρίου 1892.
97 Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 2 Νοεμβρίου 1892.
98 Φλόρεα, όπ.π., σ. 273.


πηγη:
ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΟΥ
ΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΡΟΥΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ (1892-1906):
ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΖΑΠΠΑ ΣΤΟ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ρουμανία και Μακεδονία. Η Ρουμανία στο Μακεδονικό ζήτημα απέναντι στην Ελλάδα: η περίπτωση των Βλάχων.

 Apostolos Margaritis
Από το 19ο ακόμη αιώνα το Μακεδονικό Ζήτημα απασχόλησε και τη Ρουμανία στο στόχαστρο της οποίας ήταν η Μακεδονία. Ανεξάντλητες υπήρξαν οι δραστηριότητες και οι ραδιουργίες του Ρουμάνου πράκτορα Απ. Μαργαρίτη οι οποίες και οδήγησαν στις επιτυχίες της Ρουμανικής προπαγάνδας (1870-1881). Οι Ρουμανικές δραστηριότητες στο Μακεδονικό χώρο από το 1878 ως το 1893 αν και ήταν έντονες δεν «μετακίνησαν» τους πληθυσμούς: Οι βλαχόφωνοι Έλληνες της Μακεδονίας μένουν πιστοί στα «πάτρια» (1878-1897).
Οι σχέσεις των δύο κρατών: Ελλάδας-Ρουμανίας, αποκαθίστανται σταδιακά (1900-1901). Όμως η στενή συνεργασία Βουλγάρων κομιτατζήδων και ρουμανιζόντων στο Μακεδονικό χώρο οδηγεί σε νέα επιδείνωση των Ελληνορουμανικών σχέσεων. Η αναθεώρηση της Ελληνορουμανικής πολιτικής στα χρονικά περιθώρια του 1911-1912 και οι διάφορες απόψεις Ρουμάνων, Ελλήνων και Ευρωπαίων ερευνητών για το πρόβλημα των Βλάχων (μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων) εξηγούν τους λόγους της Ρουμανικής κινήσεως με βλέψεις προς τη Μακεδονία.
Πρωτεργάτης της Ρουμανικής κίνησης στη Μακεδονία θεωρείται ο Απόστολος Μαργαρίτης, ο οποίος γύρω στο 1850-1860 επιχειρεί να εισδύσει στο μακεδονικό χώρο και να προσελκύσει τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς της περιοχής με απώτερο σκοπό την προσάρτηση κάποτε της Μακεδονίας στη μακρινή Ρουμανία. Οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί του όρους Βερμίου ήταν οι πρώτοι Μακεδόνες που υπέστησαν την επίδραση του ιερωμένου Αβέρκιου, ο οποίος κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες να μυήσει τους βλαχόφωνους νέους της Ανατολικής Πίνδου στη Ρουμανική Ιδέα. Περί το 1857-1859 ο μητροπολίτης Πελαγονίας έδειξε μεγάλη ευαισθητοποίηση απέναντι στις ρουμανικές εκείνες ενέργειες για την προσέλκυση τω νελληνικών πληθυσμών της Δυτικής και Βορειοδυτικής Μακεδονίας. Αλλά η αντίδραση και η αδιαφορία των ντόπιων βλαχόφωνων, οι οποίοι διαπνέονταν από βαθύτατη ελληνική εθνική συνείδηση ήταν χαρακτηριστική και έτσι οι ρουμανικές ιδέες έπεφταν στο κενό, όπως γράφει ο Δώρος Πεφάνης: «Οι κουτσόβλαχοι έμειναν πάντοτε ακλόνητοι εις την πίστιν των πατέρων των και διετήρησανδια μέσου των αιώνων ισχυράν την ελληνικήν εθνικήν των συνείδησιν τόσον οι εις Μακεδονίαν κατοικούντες, όσον και οι εις Ήπειρον και Θεσσαλίαν. Η από δεκάδων ετών, τη υποκινήσει της Αυστρίας και Ρωσίας, οργιάζουσα ρουμανική προπαγάνδα, παρ όλον τον άφθονον χρυσόν τον οποίον διέθετεν, ουδ επ ελάχιστον κατόρθωσε να τους κλονίσει. Ολόκληρος η ελληνικώτατη περιφέρεια του Μοναστηρίου, η καθ'ολοκληρίαν σχεδόν κατοικουμένη από Κουτσοβλάχους, υπήρξε πρωτοπόρος εις την άμυναν των Ελληνικών εθνικών δικαίων». (Βλ Αντωνίου Κολτσίδα, «Κουτσόβλαχοι, οι Βλαχόφωνοι Έλληνες», θεσσαλονίκη 1993 σελ 46).
Βέβαια, η ρουμανική κίνηση υπήρξε μικρή σε αριθμούς και ορμή, αλλά είχε οπωσδήποτε την υλική και ηθική συμπαράσταση της αυστριακής πολιτικής και του καθολικού δόγματος, ενώ παράλληλα το ρουμανικό κράτος διέθετε μεγάλα χρηματικά ποσά και συμπαραστεκόταν με όλους τους τρόπους στα όργανα του, προκειμένου να επιτύχει τον αντικειμενικό του σκοπό.
Μετά το 1859 άρχισαν να ιδρύονται τα πρώτα ρουμανικά σχολεία στο Τύρνοβο, στο Μεγάροβο, στο Γκόπεσι και σε ορισμένες άλλες ελληνοβλαχικές κωμοπόλεις της ΒΑ Μακεδονίας του γεωγραφικού διαμερίσματος Μοναστηρίου. Τα σχολεία εκείνα υπολειτουργούσαν σε υποτυπώδη μορφή και συγκέντρωναν ελάχιστους μόνον μαθητές. Εξ άλλου, ο πρωτεργάτης της Ρουμανικής δραστηριότητας Απόστολος Μαργαρίτης θεωρούνταν ιδιαίτερα μισητό πρόσωπο από το σύνολο του ελληνοβλαχικού στοιχείου, επειδή κατέβαλε διαρκείς προσπάθειες για να δημιουργήσει μια ανύπαρκτη ρουμανική εθνότητα, χωρίς να υπάρχουν και τα στοιχειώδη, έστω, ερείσματα και κάποιες βασικές προϋποθέσεις, επιθυμώντας να εισαγάγει τη ρουμανική γλώσσα στα σχολεία και στις ελληνικές εκκλησίες. Ξόδευε μεγάλα χρηματικά ποσά, τα οποία διέθετε η επίσημη ρουμανική πολιτεία για τη Μακεδονία, και ενισχυόταν όπως, προανεφέρθη, οικονομικά - υλικά και ηθικά από τους Αυστριακούς και το καθολικό δόγμα. Όπως, όμως, γράφει ο Ν. Φίστας, γιατρός από τη Νεβέσκα, το σημερινό Νυμφαίο του Ν. Φλωρίνης, στην οντότητα των Βλάχων υπήρχε η φωνή του ελληνικού αίματος και η παράδοση αιώνων: «Ποίος εξηνάγκαζε τους Βλάχους αυτούς να αγωνίζονται, όπως ηγωνίσθηκαν, εάν δεν υπήρχενη φωνή του αίματος και η παράδοσις αιώνων; Απαιτούμεν, λοιπόν, μεγαλύτερον σεβασμόν προς τους Βλάχους και καλόν είναι και δίκαιον να ενθυμούμεθα το όλως αξιοθαύμαστον έργον της Μακεδονίας του εξωτερικού...»
Για τον Απ. Μαργαρίτη, «εξωμότη» έλληνα δάσκαλο και μετέπειτα πράκτορα της Ρουμανικής κίνησης, που καταγόταν απ τη Βλαχοκλεισούρα της Μακεδονίας, ιστορεί τα παρακάτω ο Νεοκλής Καζάσης στο βιβλίο του «Μακεδονικό πρόβλημα», Θεσσαλονίκη 1992, σελ 96: «Ετραγώδησε... το άσμα του ρωμανισμού εν Μακεδονία και Θεσσαλία, ενΗπείρω και Αλβανία... Είναι απίστευτος η θρασύτης, μεθ'ης συνέγραψε τον ρουμανικόν θρύλον της Μακεδονίας και των περί αυτήν χώρων, αλλ'έτι μάλλον απίστευτος η ευήθεια και η εθελοθυσία των χορηγών επισήμων ή ανεπισήμων. Οι κατοικούντες την λεγομένην ελληνικήν χώραν Έλληνες δεν είναι ιθαγενείς, έλεγεν εν φλογεροίς κηρύγμασιν, αλλά ξένοι, επήλυδες, εξ'Αιγύπτου και Φοινίκης προελθόντες. Αληθείς δε απόγονοι των Πελασγών είναι οι Αλβανοί και οι Βλάχοι, άρα αδελφοί και νόμιμοι κύριοι της χώρας».
Ο θεμελιωτής της ρουμανικής προπαγάνδας στη Μακεδονία, ο οποίος υποστήριζε με πάθος τα πανσλαβιστικά κομιτάτα, διέθετε άφθονα χρηματικά μέσα, εξαγόραζε τους αρμόδιους μουσουλμάνους αξιωματούχους προκειμένου να πετυχαίνει τους στόχους του και συκοφαντούσε στις Τουρκικές αρχές τους επιφανείς έλληνες της Μακεδονίας που αντιτάσσονταν στα φιλορουμανικά του σχέδια. Δυστυχώς, ο Μαργαρίτης στα ανθελληνικά του σχέδια υποστηρίζονταν από τους προξένους των μεγάλων δυνάμεων και τους «προϊσταμένους» των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων που δρούσαν στη Μακεδονία. Απ όλες τις θρησκευτικές κινήσεις, η σπουδαιότερη ήταν η κίνηση - προπαγάνδα των Λαζαριστών, η οποία ακόμη και στην πρωτεύουσα της Ηπείρου, τα Γιάννενα, παραχώρησε στο Μαργαρίτη μια πτέρυγα της μονής των Λαζαριστών για να λειτουργήσει το μοναδικό ρουμανικό σχολείο, διότι ο ίδιος δεν μπορούσε να βρει κατάλληλο οίκημα, αφού οι Γιαννιώτες πληροφορήθηκαν έγκαιρα τα κακόβουλα σχέδιά του και τον απομάκρυναν γρήγορα από κοντά τους. Εξ'άλλου, η ίδια αυτή οργάνωση των Λαζαριστών συνήθως πρόδιδε τους Ορθόδοξους Έλληνες στις Μουσουλμανικές αρχές για κάθε τους «ύποπτη» κίνηση.
Την άνοιξη του 1905 η ρουμανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε προς την Υψηλή Πύλη και προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και αξίωσε να συστήσει η Ελληνική Κυβέρνηση στο Πατριαρχείο να δέχεται τη χρήση της ρουμάνικης γλώσσας στις εκκλησίες και στα σχολεία των Ρουμανικών κοινοτήτων της Μακεδονίας και, επί πλέον, η ρουμανική πλευρά ζήτησε επίμονα την αναστολή της Ελληνικής ανταρτικής δράσεως στη Μακεδονία. Το Πατριαρχείο, με τη σειρά του, καθώς και η Ελληνική κυβέρνηση, αρνήθηκαν κατηγορηματικά να ικανοποιήσουν τα ρουμανικά αιτήματα με την αιτιολογία ότι θίγονταν τα προνόμια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επικαλέστηκαν μάλιστα τη ρουμανοβουλγαρική συνεργασία στο μακεδονικό χώρο.
Το Σεπτέμβριο του 1905 ανακλήθηκαν οι πρέσβεις Ελλάδος και Ρουμανίας από το Βουκουρέστι και την Αθήνα, αντίστοιχα, και η Ρουμανία κατήγγειλε την Ελληνορουμανική σύμβαση του 1900-1901. Στη συνέχεια το επίσημο ρουμανικό κράτος έπληξε καίρια τα ζωτικά οικονομικά συμφέροντα των Ελλήνων στη Ρουμανία, έκλεισε τα Ελληνικά Σχολεία και έθεσε σε ενέργεια την απέλαση Ελλήνων υπηκόων της, την άγρια, επίσης, κακοποίηση του ελληνικού στοιχείου και έτσι, τον Ιούνιο του 1906 διακόπηκαν οι Ελληνο-ρουμανικές σχέσεις. Αυτή η κρίση στο Μακεδονικό, με αιχμή του δόρατος το ρουμανικό επεκτατισμό και τις διεκδικήσεις του, αποσόβησε ίσως χειρότερες εξελίξεις για το ελληνικό στοιχείο.
Ιστορικός-Φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας) ΔΛπρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

«Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθινό» - Διονύσιος Σολωμός

Θέματα

download ( 6 ) Άγιος Κοσμάς ( 2 ) Άρθρα ( 67 ) Έθιμα ( 3 ) Αβέρκιος ( 1 ) Αγωνιστές ( 15 ) Αλβανία ( 16 ) Αμπελάκια ( 1 ) Αμφικτιονία ( 19 ) Απόστολος Μαργαρίτης ( 3 ) Απόψεις ( 24 ) Αστέρης Κουκούδης ( 1 ) Αυστρία ( 1 ) Αφιέρωμα ( 5 ) Αχιλλέας Λαζάρου ( 4 ) Βίντεο ( 8 ) Βιβλία ( 20 ) Βλαχοχώρια ( 5 ) Βόρειος Ήπειρος ( 13 ) Γεώργιος Καραισκάκης ( 1 ) Γεώργιος Σίνας ( 1 ) Γεώργιος Σβαρτς ( 1 ) Γλώσσα ( 14 ) Γρεβενά ( 1 ) Διασπορά ( 9 ) Εθνικισμός ( 2 ) Εκδηλώσεις ( 30 ) Ενημέρωση ( 54 ) Ευεργέτες ( 7 ) Θεσσαλονίκη ( 1 ) Θρύλοι ( 1 ) Ιστορία ( 56 ) Καλαρρύτες ( 1 ) Καλλιτέχνες ( 2 ) Καστοριά ( 1 ) Καταγωγή ( 25 ) Κατοχή ( 1 ) Κεφαλόβρυσο ( 1 ) Κλεισούρα ( 1 ) Κορυτσά ( 1 ) Κρούσοβο ( 1 ) Κωνσταντίνος Ζάππας ( 1 ) Κωνσταντίνος Κούμας ( 1 ) Κωνσταντίνος Ντίνας ( 1 ) Λαογραφία ( 12 ) Λεγεώνα των Βλάχων ( 2 ) Ληστές ( 2 ) Μέρτζος Νικόλαος ( 8 ) Μέτσοβο ( 1 ) Μαγειρική ( 1 ) Μακεδονία ( 9 ) Μανάκια ( 1 ) Μιχαήλ Τρίτος ( 3 ) Μονή Λαζαριστών ( 1 ) Μοναστήρι ( 1 ) Μουσεία ( 1 ) Μπουσμπούκης Αντώνιος ( 1 ) Νικόλαος Μέρτζος ( 1 ) Ορθοδοξία ( 14 ) Ουνία ( 1 ) Παγκόσμια Βλαχική Αμφικτιονία ( 26 ) Παραδοσιακά προϊόντα ( 1 ) Περιβόλι ( 1 ) Πηνελόπη Δέλτα ( 1 ) ΠΟΠΣΒ ( 20 ) Προπαγάνδα ( 40 ) Πρόσωπα ( 14 ) Ρήγας Βελεστινλής ( 1 ) Ρουμανία ( 13 ) Ρωμιοσύνη ( 4 ) Σαμαρίνα ( 1 ) Σκόπια ( 12 ) Στέργιος Δαρδακούλης. ( 1 ) ΣΥΛΛΟΓΟΙ ( 17 ) Συνεντεύξεις ( 7 ) Σωτήρης Γοργογέτας ( 1 ) Σύνδεσμοι ( 4 ) Τουρισμός ( 1 ) Τραγούδια ( 7 ) Φωτογραφίες ( 3 ) Χορός ( 1 )