29o Πανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων
Το 29° Πανελλήνιο Αντάμωμα Βλάχων, θα λάβει χώρα στις 27, 28, 29 Ιουνίου 2013 στην Κατερίνη και 30 Ιουνίου στην Καρίτσα Πιερίας..
Το Κουτσοβλάχικο επί Κατοχής και η αντιμετώπιση του
ΤΟ ΝΕΦΕΛΩΔΕΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΗΣ ΠΙΝΔΟΥ ΚΑΙ Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ...
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ TOY ΝΙΚΟΤΣΑΡΑ
Ο Νικοτσάρας (Νίκος Τσάρας) ήταν βλαχικης καταγωγής , γιος του Πάνου Τσάρα, ο οποίος ήταν αρματολός στον Όλυμπο...
Mαθήματα της Κουτσοβλάχικης Γλώσσας.
Έξι μαθήματα εκμάθησης της Κουτσοβλάχικης Γλώσσας. Σημειώσεις μαθημάτων τα οποία πραγματοποιήθηκαν στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο...
Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013
Το Μοναστήρι (Μπίτολα)
Τρίτη, 21 Μαΐου 2013
Σκληρή απάντηση δίνει η ΠΟΠΣΒ στο Νόμο της Ρουμανίας που «βαφτίζει» όλους τους Βλάχους Ρουμάνους!
Σκληρή απάντηση δίνει ο Μιχ. Μαγειρίας , Προεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (ΠΟΠΣΒ) και της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας σε συνέντευξη του στην εφημερίδα “Πρωινός Λόγος”
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΡΘΡΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ “ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ” ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Οι Βλάχοι που ζουν στην χώρα μας, με ιστορική κοιτίδα την οροσειρά της Πίνδου, αλλά και οι ελληνικής καταγωγής ομογενείς Βλάχοι που είναι διασκορπισμένοι στα Βαλκάνια ή την διασπορά είναι Έλληνες, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού Έθνους και έχουν ξεκάθαρη συνείδηση της ελληνικότητάς τους.
Καμία λοιπόν μεθόδευση και καμία αυθαίρετη προπαγάνδα, απ’ όπου κι αν προέρχεται, δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό, αφού η ιστορία δεν ξαναγράφεται.
Παρόλα αυτά, είναι γεγονός ότι υπάρχουν στις μέρες μας «κέντρα», που θέλουν να… οικειοποιηθούν τους Βλάχους και επιχειρούν να διαστρεβλώσουν την αλήθεια και να αλλάξουν την εθνικότητά τους. Η απαράδεκτη αυτή προπαγάνδα πηγάζει κατά βάση απ’ την Ρουμανία, όπως έχει ξαναγράψει ο «Π.Λ.», η οποία αυτή την φορά «βαφτίζει» τους Βλάχους… Ρουμάνους, με επιχείρημα το ιδίωμα που εκείνοι μιλούν.
Συγκεκριμένα, σε άρθρο που συμπεριελήφθη σε νέο Ρουμανικό νόμο, αναφέρεται ότι «το σύνολο των εκτός Ρουμανίας βλαχόφωνων πληθυσμών θεωρούνται Ρουμάνοι»! Στον σχετικό κατάλογο περιλαμβάνονται Αρμάνοι, Αρουμάνοι, Μακεδορομάνοι, αλλά και «Vlaxi», δηλαδή οι Έλληνες Βλάχοι κ.λ.π.!
Ο Μιχάλης Μαγειρίας
Άμεση ήταν η αντίδραση στη νέα αυτή απόπειρα οικειοποίησης των Ελλήνων Βλάχων από πλευράς του Μιχάλη Μαγειρία, Προέδρου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας, που αποτελεί και το ανώτερο αιρετό συλλογικό όργανο το οποίο εκπροσωπεί τις ανά την υφήλιο ενώσεις και συλλόγους των Ελλήνων Βλάχων και ελληνικής καταγωγής βλαχόφωνων της διασποράς. Μιλώντας σχετικά στον «Π.Λ.», ο κ. Μαγειρίας είναι κατηγορηματικός. Όπως τονίζει, «για μας ο νόμος είναι απαράδεκτος και συνιστά πολιτική επιλογή επαναδραστηριοποίησης της Ρουμανικής προπαγάνδας»!
Απάντηση στη Ρουμανία
Ξεκάθαρη και αυστηρή απάντηση στη νέα Ρουμανική προπαγάνδα δίνει η Παγκ. Βλαχική Αμφικτιονία με επιστολή της προς τον Πρέσβη της Ρουμανίας στην Αθήνα –την υπογράφουν ο Πρόεδρός της Μιχάλης Μαγειρίας και ο Γεν. Γραμματέας Γιώργος Ιλιέφσκι- που κοινοποιείται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρος της Βουλής και τον Υπουργό Εξωτερικών. Η Αμφικτιονία διαμαρτύρεται έντονα για τα όσα αναφέρονται στο νέο Ρουμανικό νόμο και διευκρινίζει με κάθετο τρόπο ότι οι Έλληνες Βλάχοι δεν διαπραγματεύονται την εθνικότητα και τη συνείδησή τους!
«Δεν είμαστε Ρουμάνοι…»
«Προφανώς δεν ήμασταν κι ούτε είμαστε όλοι ίδιοι. Η βλαχική γλώσσα (σύνολο προφορικών διαλέκτων μιας μη κωδικοποιημένης μεσαιωνικής γλώσσας), η βλάχικη κουλτούρα και παράδοση δεν είναι παράμετροι του ρουμανικού πολιτισμού, με τον οποίο δεν έχουν καμία απολύτως ιστορική σχέση», υπογραμμίζει η Παγκόσμια Βλάχικη Αμφικτιονία στην επιστολή της προς τον Πρέσβη της Ρουμανίας.
Όπως επισημαίνει, οι Έλληνες Βλάχοι και οι ελληνικής καταγωγής ομογενείς Βλάχοι, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία διαβιούν στα Βαλκάνια και τη Διασπορά (Ελλάδα, Αλβανία, πΓΔΜ, Βουλγαρία και Ρουμανία), είτε ονομάζονται Αρμάνοι ή Αρωμούνοι είτε Βλάχοι ή Μογλενίτες ή Μεγλενίτες ή Φρασεριότες και Ρεμένοι, τυγχάνει να ομιλούν ιστορικώς διαμορφωμένα ρομανικά ιδιώματα της δημώδους βαλκανικής λατινικής, δεν είναι όμως Ρουμάνοι, όπως δεν είναι ούτε οι Ιταλοί ούτε οι Γάλλοι ούτε κι οι Ελβετοί Ραιτορομάνοι.
Το Βατικανό και το ανατολικό ζήτημα. Ο προπαγανδιστικός ρόλος της Μονής Λαζαριστών, της Αυστρίας και του Απ. Μαργαρίτη
ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001
ΤΕΥΧΟΣ 19
Η υπόθεση Ζάππα και ο ρόλος της στη διαμόρφωση των ελληνορουμανικών διπλωματικών σχέσεων
| Ο Κωνσταντίνος Ζάππας |
Οι ομαλές ελληνορουμανικές διπλωματικές σχέσεις στιγματίστηκαν, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, από το Κουτσοβλαχικό ζήτημα και από τη διαφωνία σχετικά με τα κληρονομικά δικαιώματα επί της περιουσίας εκείνων των Ελλήνων επιχειρηματιών οι οποίοι δεν είχαν απογόνους, εγκατεστημένους στη Ρουμανία. Η μελέτη της εξέλιξης αυτών των δύο ζητημάτων, παράλληλα με την κατάσταση που επικρατούσε στο εσωτερικό της Ρουμανίας, μπορεί να δώσει απαντήσεις σχετικά με την ουσιαστική αιτία που οδήγησε στη διακοπή των ελληνορουμανικών σχέσεων.
Μετά την προσωπική ένωση της Ρουμανίας, το 1859, οι ρουμανικές κυβερνήσεις επιδίωξαν να προωθήσουν την ενότητα του ρουμανικού λαού αλλά και την εσωτερική ανάπτυξη. Την ίδια περίοδο, τα κατάλοιπα που άφησε η περίοδος των Φαναριωτών, καθώς και η πρόοδος των Ελλήνων, ενίσχυσαν τα ανθελληνικά αισθήματα στη ρουμανική κοινωνία. Τα τελευταία τροφοδοτούνταν και από την παραδοσιακή τακτική πολλών Ελλήνων, οι οποίοι, μολονότι ήταν εγκατεστημένοι στη Ρουμανία, διαπνέονταν από βαθύ πατριωτισμό διαθέτοντας σημαντικά ποσά σε ευαγή ιδρύματα ανά την Ελλάδα ή στη γενέτειρά τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο πλουτισμός των Ελλήνων και η κληροδότηση των περιουσιών τους, εκτός της Ρουμανίας, αποτελούσε «αγκάθι» για την εθνική οικονομία. 60
Έτσι, στα τέλη του 19ου αιώνα, η ρουμανική κυβέρνηση αποφάσισε να βρει μια λύση στην εκροή σημαντικού κεφαλαίου από τη χώρα. Αρχικά, με την χρήση ή διαστρέβλωση των νόμων άρχισε να καταπατά τα δικαιώματα των Ελλήνων καταστρατηγώντας τις διαθήκες και τα κληροδοτήματά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το κληροδότημα του Δοσίθεου, το οποίο σταμάτησε να αποστέλλεται στον προορισμό του, έπειτα από 60 συναπτά έτη. Αυτή η τακτική προσέλαβε πιο οργανωμένη μορφή, όταν το 1889 η ρουμανική κυβέρνηση προχώρησε στην ψήφιση ενός νόμου, σύμφωνα με τον οποίο δεν θα αναγνωρίζονταν ως κληρονόμοι ιδανικά πρόσωπα, δηλαδή σχολεία, σύλλογοι, κοινότητες κλπ. Με αυτό τον τρόπο το ρουμανικό κράτος έδωσε νομική ισχύ στην παράνομη οικειοποίηση των ελληνικών περιουσιών και κληροδοτημάτων.61
Το παράνομο των πράξεων της ρουμανικής κυβέρνησης ήταν εμφανές. Τα ερωτήματα που δημιουργούνταν ήταν ποικίλα και επικεντρώνονταν σε δύο βασικά σημεία. Πρώτον, αν η πραγματική αιτία που οδήγησε στη διακοπή των ελληνορουμανικών σχέσεων ήταν η υπόθεση Ζάππα ή κάποιο άλλο ζήτημα ή ο συνδυασμός πολλών μαζί. Δεύτερον, για ποιο λόγο η Ελλάδα επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να προχωρήσει στην ανάκληση του πρέσβη στο Βουκουρέστι. Η υπόθεση Ζάππα δεν θα είχε τη δυναμική να προκαλέσει αυτή την ακραία αντίδραση, αν ήταν το μοναδικό σημείο τριβής ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Ρουμανία. Ουσιαστική αιτία μάλλον αποτέλεσε η στροφή της ρουμανικής πολιτικής στο Κουτσοβλαχικό ζήτημα. Έχοντας αυτό ως γνώμονα, μπορούμε να εξηγήσουμε την απόφαση της Ρουμανίας να μεταβάλει την πολιτική της στην υπόθεση Ζάππα. Ο Κωνσταντίνος Ζάππας γεννήθηκε στο Λάμποβο Τεπελενίου. Υπήρξε λαμπρός επιχειρηματίας και μεγάλος εθνικός ευεργέτης, όπως και ο ξάδελφός του Ευάγγελος.62 Το 1831, ο Κωνσταντίνος και ο Ευάγγελος εγκαταστάθηκαν στο Βουκουρέστι, όπου εργάστηκαν ως εκμισθωτές των μοναστηριακών κτημάτων. Τα δύο ξαδέλφια, με το επιχειρηματικό πνεύμα που τους διέπνεε, σημείωσαν υψηλές επιδόσεις στο χώρο των επιχειρήσεων, κατάφεραν να αποκτήσουν μεγάλες περιουσίες και να εξελιχθούν στους σημαντικότερους μεγαλογαιοκτήμονες της Βλαχίας.63 Η δραστηριότητά τους ήταν πολυποίκιλη, μάλιστα ο Ευάγγελος, το 1859, εγκαινίασε τα Α΄ Ολύμπια στην Αθήνα, για την υλοποίηση των οποίων αφιέρωσε τρία χρόνια. Τα Α΄ Ολύμπια συμπεριλάμβαναν βιομηχανικές και καλλιτεχνικές εκθέσεις, αλλά όχι αθλητικούς αγώνες. Με τον θάνατο του, το 1865, περιήλθε η ψιλή κυριότητα της περιουσίας του στην Επιτροπή Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων με επικαρπωτή τον ξάδελφο του, Κωνσταντίνο Ζάππα.64 Ο Κωνσταντίνος ενεπλάκη σε ένα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα για την περιουσία του Ευάγγελου Ζάππα,65 καθώς οι συγγενείς του τελευταίου προσέβαλαν την διαθήκη. Όταν τελικά η κληρονομιά αποδόθηκε στον Κωνσταντίνο, ακολούθησε κατά γράμμα τις επιθυμίες του εξαδέλφου του και μερίμνησε για την ανέγερση του καλλιμάρμαρου Ζαππείου Μεγάρου στην Αθήνα. Με την οικονομική άνεση που του προσέφερε η περιουσία του, ανήγειρε τα πρότυπα Ζάππεια Παρθεναγωγεία στην Κωνσταντινούπολη (1875), καθώς και πλήθος εκπαιδευτηρίων στην Ήπειρο και τη Θράκη. 66
Η περιπέτεια του Κωνσταντίνου με τη διαθήκη του εξαδέλφου του αποτέλεσε ένα πολύτιμο μάθημα. Για να αποφύγει είτε παραλείψεις είτε λανθασμένες διατυπώσεις στη διαθήκη του, οι οποίες θα ενέπλεκαν τους κληρονόμους σε μακροχρόνιους και σκληρούς δικαστικούς αγώνες, αποφάσισε να τη συντάξει παρουσία του Έλληνα πρέσβη στο Βουκουρέστι. Όταν ο Κ. Ζάππας πέθανε, στις 20 Ιανουαρίου 1892, η ελληνική πρεσβεία ξεκίνησε τη νόμιμη διαδικασία για τη διαθήκη, με βάση την ιταλο-ρουμανική Σύμβαση67, η οποία χρησιμοποιούνταν εκείνη την περίοδο σε παρόμοιες περιπτώσεις, διότι δεν υπήρχε σχετική Σύμβαση με την Ελλάδα. Έτσι, το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε με σχετικό έγγραφο την εφαρμογή της ιταλο-ρουμανικής Σύμβασης και στην υπόθεση Ζάππα και παραχώρησε στην ελληνική πρεσβεία τη διαχείρισή της περιουσίας του Κ. Ζάππα. 68 Η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί από την ελληνική πρεσβεία, μέχρι την εύρεση της διαθήκης, ήταν σαφής. Οι δικαιούχοι της περιουσίας ή όσοι είχαν έννομο συμφέρον έπρεπε να υποβάλουν αίτηση σφράγισης της ακίνητης περιουσίας στο αρμόδιο δικαστήριο προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος απώλειας ή καταστροφής των ευρισκόμενων μέσα στα ακίνητα κινητών αντικειμένων. Κατόπιν, ο επίσημος Μηνύτορας69 θα προέβαινε στην επίσημη αναγγελία του θανάτου του εκλιπόντος, θα καλούσε, όσους είχαν εκκρεμότητες με τον εκλιπόντα, να εκφράσουν τις αξιώσεις τους και θα επέλεγε έναν επίτροπο και έναν παρεπίτροπο ώστε να αναλάβουν την προσωρινή διαχείριση της περιουσίας. Τέλος, το δικαστήριο θα όριζε την ημέρα αποσφράγισης και απογραφής της περιουσίας παρουσία όσων είχαν εγείρει αξιώσεις.
Τοιουτοτρόπως, ο Γ. Γκιώνης, διερμηνέας της Β. Πρεσβείας στο Βουκουρέστι, με την επικουρία Ρουμάνου δικαστικού αντιπροσώπου προχώρησαν στην σφράγιση της περιουσίας του Κ. Ζάππα.70 Τα δε κλειδιά των κερωμένων δωματίων φυλάχτηκαν στην ελληνική Πρεσβεία. Στη συνέχεια, ο επίσημος Μηνύτορας προέβη στην επιλογή των προσώπων για τη θέση του επιτρόπου και παρεπιτρόπου με κριτήριο την φερεγγυότητα και την ευυποληψία τους ως μέλη της χώρας ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος οικειοποίησης της περιουσίας. Το γεγονός ότι ο Ιωάννης Αλιβέρτης είχε διατελέσει γραμματέας του Κωνσταντίνου Ζάππα και ως εκ τούτου θα μπορούσε να παρέχει χρήσιμες πληροφορίες, συντέλεσε ώστε να του ανατεθεί τελικά η θέση του δεύτερου παρεπιτρόπου. 71 Ακολούθως, ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Ιλφώβ όρισε την 22α Φεβρουαρίου 1892 ως την ημέρα που οι τέσσερις διεκδικητές της περιουσίας, ο Χρίστος και Απόστολος Ζάππας, το ελληνικό και ρουμανικό δημόσιο, έπρεπε να υποβάλουν αιτήσεις διακατοχής72 της περιουσίας. 73 Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο προγραμμάτισε για τον Μάρτιο τις επόμενες πράξεις, δηλαδή την αποσφράγιση και απογραφή της περιουσίας. Ωστόσο, υπήρξε αναπάντεχη εξέλιξη γεγονότων, καθώς το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αποφάσισε ότι η προξενική αρχή ήταν αναρμόδια να επιληφθεί των υπολοίπων πράξεων επειδή η περιουσία ήταν αμιγώς κινητή και έθιγε τα συμφέροντα των Ρουμάνων υπηκόων. 74 Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, μολονότι η ίδια η κυβέρνηση είχε δώσει άδεια στην ελληνική πρεσβεία να περατώσει τη διαδικασία σφράγισης, τελικά ενεπλάκη το Υπουργείο Εξωτερικών, σε ένα ζήτημα το οποίο απτόταν της δικαιοδοσίας των δικαστικών αρχών. Ο λόγος της παρέμβασης του Υπουργείου είναι άμεσα συνυφασμένος με το γενικότερο πλαίσιο των ελληνορουμανικών σχέσεων και την πολιτική που εφάρμοζε η Ρουμανία.
Τον Μάρτιο του 1892, ο Σουλτάνος δέχθηκε να ιδρύσει Ρουμανική Ιερά Μητρόπολη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι Ρουμάνοι προχώρησαν στην ίδρυση δύο επισκοπών, στο Μοναστήρι και στα Ιωάννινα. Το Πατριαρχείο, όμως, αρνήθηκε να δεχτεί τη σουλτανική απόφαση και, με την στήριξη της Ρωσίας, προειδοποίησε ότι σκόπευε να κλείσει όλες τις ρουμανικές εκκλησίες στη Μακεδονία. Υπό αυτή την πίεση ο Σουλτάνος αναδιπλώθηκε και η Ρουμανία αδυνατούσε να δημιουργήσει Μητρόπολη, χωρίς την συγκατάθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αμέσως μετά από αυτή την εξέλιξη, το Υπουργείο Εξωτερικών στο Βουκουρέστι αποφάσισε να αλλάξει τακτική, να εμπλακεί στην υπόθεση Ζάππα και να κρατήσει ιδιαίτερα σκληρή στάση.75
Η ελληνική πρεσβεία διαμαρτυρήθηκε μέσω ενός εκτενούς Υπομνήματος τόσο για την εμπλοκή του Υπουργείου όσο και για τον παράνομο τρόπο που σκόπευε η Ρουμανία να διεξάγει την αποσφράγιση, παραμερίζοντας την Ελλάδα από τη διαδικασία.76 Παρά την κατάθεση του Υπομνήματος, το δικαστήριο προγραμμάτισε την αποσφράγιση της περιουσίας ερήμην της Ελλάδος. Υπό τον φόβο αυτό, ο Ν.Ε. Καμμένος, αντιπρόσωπος της Β. Πρεσβείας, στάλθηκε στην οικεία του Κωνσταντίνου με την εντολή να αποτρέψει την αποσφράγιση. Όντως ο Καμμένος κατάφερε να σταματήσει προσωρινά την αποσφράγιση όμως το δικαστήριο την όρισε εκ νέου, κατά τη διάρκεια της οποίας η παρουσία Έλληνα αντιπροσώπου απαγορεύθηκε ρητά. Την ημέρα της πράξης, επειδή τα κλειδιά των κερωμένων δωματίων βρίσκονταν στα χέρια της ελληνικής πρεσβείας, έπειτα από την άρνηση του αντιπροσώπου να τα παραδώσει, τα δωμάτια παραβιάσθηκαν. Στο χρηματοκιβώτιο βρέθηκε η διαθήκη του Ευάγγελου και του Κωνσταντίνου Ζάππα, φέροντας μερικές ιδιόχειρες τροποποιήσεις.77 Μολονότι ο σφραγισμένος φάκελος έφερε επιγραφή δια χειρός του αποθανόντος, η οποία έγραφε
«ταύτη είναι η διαθήκη μου και μόνον ο πρέσβυς της Ελλάδος θα την ανοίξη», ο δικαστικός αντιπρόσωπος παρέδωσε τη διαθήκη στο δικαστήριο, όπου ανοίχθηκε και συνεχίστηκε η απογραφή των περιουσιακών στοιχείων στο Βροσθένιω προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι δεν υπήρχε και άλλη πιο πρόσφατη διαθήκη. 78
Η διαθήκη του Κωνσταντίνου, η οποία συντάχθηκε το 1883, όριζε ως κληρονόμο την «Επιτροπή προς εμψύχωσιν της Εθνικής Βιομηχανίας».79 Η ρουμανική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή ήταν νομικό πρόσωπο, οργανωμένο κατά την ισχύουσα στην Ελλάδα νομοθεσία, και δεν μπορούσε να έχει νομική υπόσταση στη Ρουμανία, οπότε ούτε να κληρονομεί μπορούσε, αλλά ούτε και να παρευρίσκεται στα ρουμανικά δικαστήρια. Η Επιτροπή και το ελληνικό δημόσιο είχαν αδιάσπαστη σχέση, καθώς η πρώτη αντλούσε μέρος του προϋπολογισμού της από το δημόσιο και διοικούνταν από μέλη της κυβέρνησης. 80 Θέλοντας λοιπόν, η Ρουμανία να πιέσει την Ελλάδα για την αμετακίνητη στάση της πάνω στο θέμα των Κουτσόβλαχων και της Επισκοπής, χρησιμοποίησε αυτή τη νομική δικλείδα στην υπόθεση Ζάππα προκειμένου να την παραγκωνίσει.
Το ζήτημα έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Η Ίρις των Λαών της Ανατολής στο Βουκουρέστι σημείωνε σε άρθρο της:
«Αστραπαί και βρονταί και κεραυνοί. Φοβερά θύελλα και καταιγίς ηγέρθη κατ’ αυτάς ενταύθα, και εν των τύπω, και εν τοις δικαστηρίοις, και εν ταις βουλαίς και πανταχού˙ έκαστος δε δικαίως δύναται να ερωτήση μη οι καζάκοι της Ρωσσίας, η αι καταναί της Αυστρίας εισέβαλον εις Ρωμανίαν, και κρούεται τοσούτον σφοδρώς το εγερτήριον; μη ο εχθρός έφθασε προ των πυλών της πόλεως μας; Ευτυχώς ουδέν τούτων, αλλ’ η διαθήκη του Κωνσταντίνου Ζάππα επροξένησεν όλον τούτον τον πάταγον! Ο τύπος, και ιδίως μία άσημος εφημερίς της Ιαλομίτσας, εξήντλησε το υβρεολόγιον κατά του θανόντος Κ. Ζάππα, διότι ούτος διέθεσε τον ίδιαν περιουσίαν ως ηθέλησε και δεν άφησεν αυτήν τη Ρωμανία! Ως σύνηθες δε τας ύβρεις επιδαψιλεύουσι κατά πάντων των Ελλήνων!»81
Καθημερινές συναντήσεις ανάμεσα σε Ρουμάνους πολιτικούς και Έλληνες διπλωμάτες λάμβαναν χώρα καθώς και πλήθος άρθρων δημοσιεύονταν στις τοπικές εφημερίδες. Μολοταύτα, επίσημα η Ρουμανία εφάρμοζε την τακτική της σιωπής. Μόνο μέσα από την εφημερίδα Independence Roumaine82, η οποία ήταν φερέφωνο των απόψεων του Ρουμάνου υπουργού Εξωτερικών Α. Lahovary διαφαινόταν η πρόθεση της ρουμανικής κυβέρνησης να λύσει το ζήτημα δια της δικαστικής οδού. Η Ελλάδα, από την άλλη μεριά, αμφισβητούσε την φερεγγυότητα και ανιδιοτέλεια των ρουμανικών δικαστηρίων, επειδή τα τελευταία είχαν δεχθεί να διεξαχθεί η αποσφράγιση της περιουσίας ερήμην της Ελλάδος, δείχνοντας ότι ακολουθούσαν την πολιτική γραμμή της κυβέρνησης.
Λόγω των παραπάνω οι σχέσεις των δύο χωρών προοδευτικά επιδεινώθηκαν. Η Ρουμανία ασκούσε πίεση στην Ελλάδα μέσω του ζητήματος Ζάππα για τη ρουμανική
Επισκοπή στη Μακεδονία. Η Ελλάδα όμως, από τη μεριά της, αρνούταν να υποχωρήσει και στα δύο ζητήματα και γι’ αυτό το λόγο αποφάσισε να ενισχύσει την Πρεσβεία της στο Βουκουρέστι με έναν έμπειρο διπλωμάτη. Στις 25 Μαρτίου ο Μ. Παπαρρηγόπουλος, ανέλαβε τα ηνία της πρεσβείας εκτελώντας χρέη πρεσβετού.83 Ο Παπαρρηγόπουλος θέλησε αμέσως να μελετήσει τα έγγραφα της υπόθεσης Ζάππα, διότι είχε πληροφορηθεί για τη δυσκολία του ζητήματος και την ανάγκη για λεπτούς χειρισμούς, δεδομένης της άκαμπτης συμπεριφοράς της Ρουμανίας, η οποία κάλυπτε με φιλικό μανδύα την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Ο Παπαρρηγόπουλος, από την πρώτη στιγμή, ήταν απαισιόδοξος σχετικά με τη μεταβολή των υφιστάμενων διαθέσεων της Ρουμανίας εξαιτίας του ανθελληνικού αισθήματος των τελευταίων δεκαετιών και της νέας ρουμανικής πολιτικής για ίδρυση ρουμανικής Επισκοπής. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν, όταν το ρουμανικό Υπουργείο Εξωτερικών αρνήθηκε να του παραχωρήσει τα επικυρωμένα αντίγραφα και τις μεταφράσεις της διαθήκης των Κωνσταντίνου και Ευάγγελου Ζάππα, με την δικαιολογία ότι βρίσκονταν στην κατοχή του δικαστηρίου.84 Οι δύο χώρες είχαν εμπλακεί σε μια σειρά από κινήσεις τακτικής. Η Ρουμανία προέβη στην επόμενη κίνησή της τον Απρίλιο του 1892, όταν επιβεβαίωσε τις φήμες που είχαν διαρρεύσει στον Τύπο σχετικά με τη διευθέτηση της υπόθεσης Ζάππα δια της δικαστικής οδού. Το δικαστήριο κλήθηκε να αποφασίσει τη νομιμότητα της αποπομπής της Ελλάδας από τη διακατοχή της περιουσίας του Κωνσταντίνου Ζάππα.85
Ο Παπαρρηγόπουλος, βλέποντας την άκαμπτη στάση της Ρουμανίας, προσπάθησε να την προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση μη συμβιβαστικής, και για τις δύο χώρες, λύσης θα μπορούσε να επέλθει διακοπή των διπλωματικών σχέσεων. Ήταν η πρώτη φορά που γινόταν ξεκάθαρα λόγος για διακοπή των διπλωματικών σχέσεων Ελλάδας και Ρουμανίας. 86 Ο Έλληνας πρέσβης επεδίωκε την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου του Παρισιού (1859), σύμφωνα με τις οποίες, όταν δύο χώρες αδυνατούσαν να επιλύσουν υποθέσεις μέσω της διπλωματίας, προκειμένου να διασφαλισθούν οι φιλικές τους σχέσεις, προσέφευγαν σε μια τρίτη χώρα για να βρει συμβιβαστική λύση.87 Ωστόσο, η Ρουμανία αρνήθηκε κάθε συμβιβασμό ή την παραπομπή του θέματος στη διαιτησία των Μεγάλων Δυνάμεων που υπέγραψαν τη Συνθήκη του Βερολίνου. Παρόλο που ο Παππαρηγόπουλος επεσήμανε το μη αναστρέψιμο της κατάστασης, η ελληνική κυβέρνηση επιθυμούσε τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τη Ρουμανία. Τότε ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε την επιστροφή του στην υπηρεσία του στην Πετρούπολη, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση ανάγκης θα επέστρεφε στα καθήκοντά του.88 Η πρότασή του δεν έγινε δεκτή, επειδή τα γεγονότα εξελίσσονταν ραγδαία και οι σχέσεις των δύο χωρών οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στη διακοπή. Η επιστολή του Στέφανου Δραγούμη, υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας προς τον Ρουμάνο ομόλογο του Lahovary στις 13/25 Ιουλίου 1892, αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις των δύο χωρών. Επειδή απουσίαζε ο Lahovary, το έγγραφο παρέλαβε ο Λάσκαρ Καταρτζής, πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου και προσωρινός υπουργός Εξωτερικών. 89 Παράλληλα, ο Παπαρρηγόπουλος συναντήθηκε με τον Karp, υπουργό Δημοσίων Κτημάτων. Ο Karp με έντονο και δριμύ λόγο τόνισε ότι το ελληνικό κράτος ουδέποτε θα επιτύγχανε να πάρει την περιουσία του Ε. Ζάππα. Ακόμη και αν το δικαστήριο αποφαινόταν υπέρ της Ελλάδος, ο ίδιος δεν θα επέτρεπε να της αναγνωρισθεί κληρονομικό δικαίωμα.90 Συμπτωματικά, τον ίδιο μήνα, το δικαστήριο Ιαλομίτσης ανέβαλε για τις 16 Οκτωβρίου 1892 τη δίκη σχετικά με την αποπομπή από τη διακατοχή των φυσικών κληρονόμων του Κ. Ζάππα91
Ο Lahovary, με την επιστροφή στα καθήκοντά του τον Σεπτέμβριο, απάντησε στην επιστολή που του έστειλε τον Ιούλιο ο Δραγούμης και απέδωσε την καθυστέρηση των δύο μηνών στις αλλεπάλληλες απουσίες μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Με ένα έγγραφο άκρως περιπαιχτικό για την επιμονή της Ελλάδος να λάβει απάντηση για την υπόθεση Ζάππα, διευκρίνισε ότι το ελληνικό κράτος παρερμήνευσε τα αίτια των πράξεων της Ρουμανίας. Εξήγησε, λοιπόν, ότι τα ζητήματα που προέκυπταν για ηθικά πρόσωπα και την ικανότητα τους να κληρονομούν διέπονταν από τις γενικές αρχές του δημοσίου και του Αστικού Δίκαιου της χώρας και οι αρχές αυτές έπρεπε να εφαρμοσθούν ακόμη και αν το πρόσωπο αυτό είναι το ελληνικό κράτος. Βέβαια δεν εξέταζε αν το Διεθνές Δίκαιο επέτρεπε σε μία χώρα να κατέχει τμήμα γης σε ξένο κράτος, διότι ήταν ένα πολύ λεπτό ζήτημα το οποίο έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής. Τα δικαστήρια ήταν αρμόδια να επιλύσουν τις διαφορές για τα κληρονομικά και η ρουμανική δικαιοσύνη σκόπευε να λειτουργήσει με αμεροληψία οπότε δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας από μέρους της Ελλάδας 92.
Η στάση που τήρησε η ρουμανική κυβέρνηση, η εύγλωττη σιωπή καθώς και η άρνησή της να αποδεχτεί την πρόταση για φιλική διαπραγμάτευση της διαφοράς μέσω της διπλωματικής οδού αποδείκνυε την άκαμπτη απόφασή της να ασκήσει σκληρή πίεση στην Ελλάδα για την άρνησή της να δεχτεί τη ρουμανική Μητρόπολη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η παρουσία του Έλληνα πρέσβη στο Βουκουρέστι θεωρήθηκε περιττή και με διαταγή του Βασιλιά Γεώργιου ο Παππαρηγόπουλος εμπιστεύθηκε την προστασία των συμφερόντων των Ελλήνων της Ρουμανίας, στον de Fonton, έκτακτο απεσταλμένο και πληρεξούσιο υπουργό του Αυτοκράτορα της Ρωσίας. 93 Την ίδια εντολή έδωσε ο Α. Lahovary στον Ρουμάνο πρέσβη στην Αθήνα.94 Το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 1892 διακόπηκαν οριστικά οι ελληνορουμανικές διπλωματικές σχέσεις. Η ελληνική πρεσβεία και όλα τα ελληνικά προξενεία στη Ρουμανία κατέβασαν τις σημαίες και τα ελληνικά σήματα, σφράγισαν τα γραφεία τους και όλοι οι πρόξενοι, υποπρόξενοι και προξενικοί πράκτορες διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν το ρουμανικό έδαφος μέσα σε 24 ώρες. Ο Έλληνας πρέσβης Παπαρρηγόπουλος και ο πληρεξούσιος του ελληνικού κράτους Τομπάζης μετέβησαν στις 6 Οκτωβρίου στην Βράιλα μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής και από εκεί στην Αθήνα. Στο σιδηροδρομικό σταθμό συγκεντρώθηκαν όλοι οι πληρεξούσιοι των ξένων δυνάμεων, εκτός της Βουλγαρίας95 για να αποχαιρετήσουν τους συναδέλφους τους.96
Την επόμενη μέρα η Ελλάδα υπέβαλε στις Μεγάλες Δυνάμεις Υπόμνημα με το οποίο ζητούσε την άμεση μεσολάβησή τους και τη διευθέτηση της υπόθεσης.
«Ελάβατε ήδη γνώσιν της αναφυείσης μεταξύ της βασιλικής κυβερνήσεως και της Ρωμουνίας ρήξεως τη επιούση του θανάτου του έλληνος υπηκόου Κωνσταντίνου Ζάππα, επικαρπωτού των ακινήτων της κληρονομιάς Ευαγγέλη Ζάππα, ων το ελληνικόν κράτος είχεν αδιαφιλονεικήτως την ψιλήν κυριότητα, δυνάμει της διαθήκης)[………]
Ούτως η Βασιλική κυβέρνησις φρονεί ότι ανταποκρίνεται εις τον πόθον των μεγάλων δυνάμεων, προσφεύγουσι εις την άμεσον ενέργειαν αυτών, όπως καταλήξωσιν εις την φιλικήν λύσιν της διαφωνίας ήτις κατέστησεν αδύνατον την διατήρησιν των προς την ρωμουνικήν κυβέρνησιν αγαθών σχέσεων.
Ευαρεστηθήτε να ανακοινώσητε την διακοίνωσιν ταύτην εις την βασιλικήν κυβέρνησιν της……… και επιδώσητε αυτή αντίγραφον.»
Αθήναι 4 Οκτωβρίου 1892.Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ»97 Το Υπόμνημα δεν επέφερε καμία αλλαγή στην υφιστάμενη κατάσταση. Η ρήξη Ελλάδας και Ρουμανίας ήταν γεγονός. Μέχρι την αποκατάσταση των σχέσεων με την Ελλάδα το 1896, η Ρουμανία προωθούσε ανενόχλητη το προπαγανδιστικό της πρόγραμμα για τους Κουτσόβλαχους στον εκπαιδευτικό και εκκλησιαστικό τομέα. Σε ό,τι αφορά την έκβαση της υπόθεσης Ζάππα, το δικαστήριο του Ιλφώβ απήγγειλε την ετυμηγορία του στις 20 Νοεμβρίου 1892. Σύμφωνα με την τελευταία, η Επιτροπή προς εμψύχωσιν της Εθνικής Βιομηχανίας και κατ’ επέκταση το ελληνικό δημόσιο αποκλείονταν από κάθε δικαίωμα επί της περιουσίας του Κ. Ζάππα. Η δικαστική εξουσία στη Ρουμανία, τόσο στο Εφετείο το 1896 όσο και στο Ακυρωτικό το 1898, δεν αναγνώριζε τη νομική υπόσταση της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων.98
Η περιουσία του Κ. Ζάππα στην Ρουμανία αποτελούνταν από καταστήματα, ένα ατμόμυλο και ένα αλευροποιείο στο Καλαράσι με την επωνυμία «φάμπρικα Ολύμπια». Αποθήκες, φούρνοι, καπηλειά, σπίτια στο νομό Ιαλομίτσης, μετοχές και χρήματα συμπλήρωναν την ακίνητη περιουσία του. Στην Θεσσαλία είχε 14 κτήματα τα οποία είχε αγοράσει έναντι του ποσού των 160 χιλιάδων λιρών. ( Η Ίρις των λαών της Ανατολής, 24 Φεβρουαρίου 1892., για την διαθήκη Κ. Ζάππα βλ. Ζαβιτζιάνου, όπ.π., σ. 194-213.)
Άρθρο 6. – Να διαχειρίζωνται και εκκαθαρίζωσιν αυτοί ούτοι (Γεν. πρόξενοι, πρόξενοι, υποπρόξενοι ή προξενικοί πράκτορες) ή δι ανθρώπου της εμπιστοσύνης αυτών, την εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονομίαν, χωρίς ή επιτόπιος αρχή να επέμβη εις τα εν λόγω ενέργειας, εφ όσον οι υπήκοοι της Χώρας ή τινός άλλης τρίτης δυνάμεως δεν προβάλλουσιν κληρονομικάς αξιώσεις επί της περιουσίας ˙ διότι εν τοιαύτη περιπτώσει, εάν αναφ[…] δυσχέρειαι, προερχόμεναι ιδίως εξ απαιτήσεως τινός αμφισβητέας, των γεν. προξένων κλπ. μηδέν εχοντων δικαίωμα προς διεκπεραίωσιν ή λύσιν των δυσχερειών τούτων, τα δικαστήρια της χώρας θα ώσιν αρμόδια, καθ’ οίον τρόπον ανήκε αυτοίς, να λάβωσι τα αναγκαία προς τούτο μέτρα ή να δικάσωσιν αυτάς.
Οι ειρημένοι προξενικοί πράκτορες θέλουσιν ενεργήσει τότε ως αντιπρόσωποι της διατεθειμένης ή εξ αδιαθέτου κληρονομίας, ήτοι διατηρούντες την διαχείρισιν και το δικαίωμα της πλήρους εκκαθαρίσεως της ειρημένης περιουσίας ως και της πωλήσεως των διαφόρων αντικειμένων επίπλων κλπ. καθ’ ούς προηγουμένως διετυπώσαμεν όρους, θα επαγρυπνώσιν επί των συμφερόντων των κληρονόμων και θα έχωσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσι τους αναλαμβάνοντας να υποστηρίξωσι ενώπιον των δικαστηρίων δικηγόρους. Εννοείται δε ότι εις τα δικαστήρια ταύτα οφείλουσι να εγχειρίζωνται πάντα τα έγγραφα τα δυνάμενα να διαφωτίσωσι το εις την εξέτασιν αυτών υποβληθέν ζήτημα.
Της αποφάσεως εκδοθείσης οι γεν. πρόξενοι, υποπρόξενοι κλπ. οφείλουσι να εκτελώσιν αυτήν, εάν δεν εφεσιβληθώσι, και θα εξακολουθήσωσι τότε την εν πλήρει δικαιώματι εκκαθάρισιν, ήτις θα ανεστέλλετο μέχρι της αποπερατώσεως της διαδικασίας.
I. Τα γραφεία και τα χρηματοκιβώτια, τα οποία βρίσκονταν στην οικία του Κ. Ζάππα.
II. Οι είσοδοι των δωματίων
III. Τα γραφεία και παραρτήματα στην αυλή και οι είσοδοι των δωματίων στην αυλή.
IV. Το εργοστάσιο αλεύρου.
V. Τα γραφεία και παραρτήματα του εργοστασίου καθώς και τα βιβλία διαχειρίσεως του.
VI. Όλα τα δωμάτια και τα γραφεία του σπιτιού και του εργοστασίου τα οποία περιείχαν χρηματοκιβώτια και πολύτιμα σκεύη.
VII. Το εργοστάσιο οινοπνεύματος δεν σφραγίσθηκε επειδή είχε αναλάβει υποχρεώσεις που έπρεπε να φέρει σε πέρας. Με την σφράγιση του η κληρονομιά θα είχε σοβαρές απώλειες. Την λειτουργία του είχε αναλάβει ο διαχειριστής του Λοβέρδος.
ΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΡΟΥΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ (1892-1906):
ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΖΑΠΠΑ ΣΤΟ ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ
Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013
Ρουμανία και Μακεδονία. Η Ρουμανία στο Μακεδονικό ζήτημα απέναντι στην Ελλάδα: η περίπτωση των Βλάχων.





